Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Προς την αρμοδίαν Επιτροπήν Μεταναστεύσεως.


Προς την αρμοδίαν Επιτροπήν Μεταναστεύσεως.
Κύριοι.  Έλαβα την επιστολήν σας από 8/11 εις την οποίαν εκφράζετε τη λύπη σας δια τηναπόρριψη της αιτήσεώς μου από την κυβέρνηση της Αυστραλίας. Και εγώ απορώ γιατί με απέρριψαν αφού αυτοί δεν γνωρίζουν ποιος είμαι και τι δουλειά κάνω. Ψεύτης, κλέφτης ούτε εγκληματίας είμαι.  Εσείς μου γράψατε πέρυσι ότι δεν εκπληρώ τους όρους για τις αυστραλιανές αρχές  και αυτοί μου απάντησαν ότι εσείς  με απορρίψατε. Ποιον να πιστέψω;  Και σε ποιον  να απευθυνθώ για να βρω μια λύση στο πρόβλημά μου;  Έστειλα επιστολή στον υπουργό μου και αυτή πήγε αλλού.  Δεν γνωρίζω μήπως εγώ ευθύνομαι και υπάρχει καμιά κατηγορία πολιτικής φύσεωςεναντίον μου. Αλλά εγώ ούτε πολιτεύομαι ούτε αντιπολιτεύομαικανέναν.  Εάν υπάρχει τέτοιο θέμα, κύριοι, θα σας παρακαλέσω να μου το γνωρίσετε για να τακτοποιηθώ.  Η εθνική μου συνείδηση είναι καθαρή. Πολέμησα το έτος 1947 μέχρι το 1949 κατά των συμμοριτών και ετιμήθην με δύο μετάλλια ανδρείας και έναν πολεμικό σταυρό Γ’ τάξεως.  Εάν υπάρχει σφάλμα δικό μου, τα σφάλματα είναι ανθρώπινα και ο Χριστός είπε ουδείς αναμάρτητος.  Θα σας παρακαλέσω να με βοηθήσετε να μεταναστεύσω.  Σας έγραψα τους λόγους  για τους οποίους θέλω να φύγω μερικά χρόνια.  Δεν ζητώ ούτε χρήματα ούτε πράγματα που δεν γίνονται.  Ζητώ να πάω να δουλέψω με την οικογένειά μου και όχι να απασχολήσω τις αυστραλιανές  αρχές. Σε σας εναπόκειται να αποφασίσετε για την τύχη μου.  Εάν εξαρτάται από εμένα γράφτε μου να έλθω στα γραφεία σας. Είμαι άνθρωπος λογικός και θα πράξω κάθε τιπου θα μου υποδείξετε. Σας χαιρετώ και σας εύχομαι κάθεν ευτυχίαν,

theatriko-ergotaxio.gr

Η παλια βαλιτσα


Σε μια στιγμή που έψαχνα για κάτι, φιλοτιμήθηκα ν' απαλλαγώ από κάμποσα μη απαραίτητα πια, για μένα, που ίσως να ήταν χρησιμότατα σε κάποιον άλλον. Αφού γέμισα κάμποσες μεγάλες σακούλες με πολλά και διάφορα, για να τα πάω στα ειδικά κέντρα συγκέντρωσης, ώστε να μοιραστούν σε λιγότερο τυχερούς, σταμάτησα να πάρω ανάσα, όταν το μάτι πήρε μαζί με πολλά άλλα που είχαν μείνει ακόμα, και μια μικρή παλιά βαλίτσα... 

Δεν θέλει πολύ για να πάρει δρόμο το μυαλό, να σε ξεστρατίσει και να σε ταξιδέψει εκεί που, ίσως, και να μην ήθελες, γιατί ξέρεις πως πονάει. Αργά πια. 



Η βαλίτσα στέκονταν μπροστά μου κοιτάζοντάς με επιτιμητικά. Φαντασία μου; Μπορεί. Αφού τίναξα την πολλή σκόνη και τη σκούπισα, κάθισα κάτω και με κόπο και συγκίνηση την άνοιξα χωρίς αμέσως να θυμηθώ τι είχα φυλάξει εκεί... Τα μάτια βούρκωσαν. Δεκάδες εκατοντάδες φάκελα ξεχύθηκαν από μέσα, άσπρα και μπλε, παλιά αεροπορικά, που μόνο αεροπορικά δεν έρχονταν τότε, με σφραγίδες και γραμματόσημα ελληνικά. Κάποια κιτρινισμένα, άλλα ανέπαφα, λες και σήμερα τα έβαλα εκεί. Χρειάστηκε πολλή δύναμη και κουράγιο για να τ' ανοίξω. Τα περισσότερα από τον αγαπημένο γραφικό χαρακτήρα της μάνας, του πατέρα, των αδελφών... Εύκολα τα ξεχώριζα από ποιον ήταν. Άλλα χρειάστηκε να γυρίσω να δω τον αποστολέα. Πόσες θύμησες, πόσες μαρτυρίες ολόκληρης ζωής, πόσος πόνος ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια του χωρισμού, πόσες προσπάθειες εκατέρωθεν ώστε να είναι αισιόδοξα, πάντα με καλά κι ευχάριστα νέα... Πολυαγαπημένο μου παιδί... Αγαπημένη μου Σούλα..., (Σούλα με έλεγαν δικοί και φίλοι), Σε φιλώ με πολλή αγάπη ο αδελφός σου, η αδελφή σου, η θεία σου η Μαρούλα, η Διονυσία, η Γιουστίνα... η ξαδέλφη σου... η φίλη σου...

Πολλά τα γράμματα, πολλή η αγάπη, η φροντίδα, το γνοιάσιμο, η στήριξη σε μένα, που βρισκόμουν μόνη εδώ με το σύζυγο και τα παιδιά, μακριά τους, μακριά απ' όλους τους αγαπημένους, μακριά από το αγαπημένο νησί... Και τα γράμματα πηγαινοέρχονταν κάθε βδομάδα, έτσι είχαμε συμφωνήσει με τη μάνα. Κάθε Τετάρτη και Σάββατο γράφαμε η μια στην άλλη, η μάνα ήταν και η μόνη που ήταν τόσο τακτική. Μα δεν έχω παράπονο, τυχερή στάθηκα με τόσους αγαπημένους πίσω στο νησί, να με σκέφτονται και να μπαίνουν στον κόπο να μου γράφουν... Εκείνα τα χρόνια, τα υπερατλαντικά τηλεφωνήματα στοίχιζαν μια περιουσία, άσε που δεν υπήρχαν πολλά σπίτια με τηλέφωνο, μόνο μέσω Κέντρου κατόπιν πρόσκλησης για συνδιάλεξη από την προηγούμενη μέρα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε κι αυτό μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης. Άπειρες φορές κόρες και γιοι έμαθαν για τον θάνατο του γονιού τους μέσω γράμματος, που πολλές φορές έκανε τρεις και τέσσερις εβδομάδες να έλθει.

Στο ταξίδι μου αυτό, μέσω της βαλίτσας, στάθηκα με ιδιαίτερη συγκίνηση σε γράμματα από πολύ αγαπημένες θείες, που τότε ζούσαν μόνιμα στο Μπανάτο. Με κάποιο, εγωιστικό ας πούμε τρόπο, το έπαιρνα ως δεδομένο ότι θα λάβω γράμμα από γονείς κι αδέλφια, μα χαιρόμουν πολύ όταν λάβαινα γράμμα από τις πολύ αγαπημένες μου θείες από το Μπανάτο: Τη Μαρούλα, την Διονυσία, τη Γιουστίνα. Και να σκεφτείτε, από τις τρεις καμιά δεν ήταν θεία εξ αίματος, όλες είχαν παντρευτεί αδέλφια των γονιών μου, μα η αγάπη που μας ένωνε και μας ενώνει ακόμα ήταν ανώτερη από κάθε δεσμό αίματος! Με τις δύο, τη Μαρούλα που μένει μόνιμα στην Αθήνα και τη Γιουστίνα που ζει στο Μπανάτο τον περισσότερο καιρό, κρατάμε ακόμα πολύ στενή επικοινωνία. Δυστυχώς, λόγω συνθηκών υγείας της Διονυσίας, δεν μπορώ πια να επικοινωνώ άμεσα, αλλά μέσω ξαδέλφων. Τις προάλλες η πολύ αγαπημένη μου θεία Μαρούλα μού έστειλε ένα πολύ τρυφερό γράμμα, γεμάτο αγάπη και νοσταλγία για τα χρόνια που έφυγαν... Το κρατώ σα Φυλακτό σε συρτάρι του γραφείου μου.

Η θεία η Μαρούλα, αλλά και οι άλλες θείες μου, και η μαμά μου, δεν μου έστειλαν ποτέ γράμμα, που να μην έχει μέσα κι ένα φυλλαράκι από τα λουλούδια της αυλής, μια γαζία, ένα μπουγαρίνι, λίγο βασιλικό μπανατιώτικο!... Πολύ πικράθηκα κι εγώ και η θεία Μαρούλα, όταν την πληροφόρησα πως το γλυκό και τρυφερό της γράμμα πρόσφατα, δυστυχώς ήλθε ανοιχτό αφού στον έλεγχο διαπίστωσαν πως υπήρχε μέσα κάτι φυτικό, αυστηρώς απαγορευμένο από τους εδώ νόμους, και όχι μόνο το αφαίρεσαν, αλλά μου εσώκλεισαν αυστηρή προειδοποίηση ότι, αν επαναληφθεί κάτι τέτοιο, θα τιμωρηθώ πολύ αυστηρά με μεγάλο πρόστιμο.

Το χτύπημα του τηλεφώνου με γύρισε πίσω στην πραγματικότητα... Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα ν' απομακρυνθώ από την ξεχασμένη βαλίτσα. Την πήρα με μεγάλη προσοχή και την μετέφερα σ' ένα ντουλάπι του γραφείου μου. Συχνά κάνουμε παρέα εκεί οι δυο μας, μαζί με όλους τους αγαπημένους, πολλοί από τους οποίους -δυστυχώς- δεν βρίσκονται πια εδώ...

Καλοί μου φίλοι, σας ευχαριστώ για την όμορφη συντροφιά, που μου κρατήσατε σε αυτό το νοσταλγικό ταξίδι.
Με την αγάπη μου πάντα,
δ.μ.τ.

Διονυσια Μουσουρα Τσουκαλα απο τη Μελβουρνη

Αναχωρηση για Αυστραλια (αφηγηση)



Μια γυναικοπαρέα εν πλω στο υπερωκεάνιο «Πατρίς» προς την Αυστραλία . Από το βιβλίο-λεύκωμα για τους Λέσβιους μετανάστες «Η Πατρίδα μου: Λέσβος».
Επετειακός μήνας ο Γενάρης!  
Αρκετά σημαντική για μένα επέτειος, αφού σε λίγες μέρες, συγκεκριμένα στις 30 του Γενάρη μετά από 38 ολόκληρες μέρες και νύχτες που βολοδέρναμε στους ωκεανούς μέσα στο υπερωκεάνιο «Πατρίς», φτάσαμε στο λιμάνι της Μελβούρνης ξημερώματα,  ημέρα Τρίτη του 1968!

Όπως και αλλού αναφέρθηκα, σε τούτη εδώ τη στήλη, αναχωρήσαμε από Πειραιά παραμονή Χριστουγέννων του 1967, Κυριακή απόγευμα γύρω στις 4.00 μ.μ.!
Γύρω στις 4 σήκωσε άγκυρα το «θεριό» και τα δάκρυα όλων μας έσμιγαν με τον απόηχο από τις γλυκύτατες καμπάνες που σήμαιναν τον Χριστουγεννιάτικο Εσπερινό και το «Καλήν Εσπέραν Άρχοντες» που τραγουδούσαν αθώες παιδικές φωνούλες στο λιμάνι ξεπροβοδίζοντας μας για το άγνωστο...
Στοιβαγμένοι στις στενές καμπίνες και φοβισμένοι, πολλοί μάλιστα μετανιωμένοι ήδη για την απόφαση, προσπαθούσαμε ν΄ αντέξουμε στις φοβερές θαλασσοταραχές και τα υπόγεια  ρεύματα που σκαμπανέβαζαν το «θεριό» σαν  ακυβέρνητη βαρκούλα σε μεγάλη φουρτούνα. 
Κι αλλού αναφέρω για τη φοβερή συγκίνηση όλων μας, όταν γύρω στα μεσάνυχτα που οι περισσότεροι προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε τα μάτια και να βολευτούμε όπως-όπως στις στενές κουκέτες, ακούσαμε  σαν σε όνειρο να ψάλλουν τα Κάλαντα των Χριστουγέννων. Ήταν ο καπετάνιος και η χορωδία του πλοίου, που περνούσαν από όλους τους διαδρόμους και καμπίνες...
Σε κείνο το  δρομολόγιο ταξίδευαν πάνω από 300 παιδάκια κάτω των 10 ετών. Λίγες μέρες μετά, ένα από αυτά αρρώστησε με ιλαρά και, όπως ήταν αναμενόμενο, μέχρι να πεις κύμινο, είχαν «κολλήσει» όλα, μαζί τους και τα δυο δικά μου, πέντε και δυόμισι χρονών, εγώ δε, εκτός του ότι με είχε πειράξει πολύ η θάλασσα,  να βρίσκομαι με πολύ υψηλό πυρετό από οξεία αμυγδαλίτιδα! Ευτυχώς, έμεινε όρθιος ο σύζυγος! Έτσι άρρωστοι περάσαμε σχεδόν όλο το ταξίδι...

Με  έκπληξη και αγωνία μέχρι να το ανοίξω και διαβάσω πήρα το τηλεγράφημα που μου έστειλε ο αγαπημένος μου παπάκης εκ μέρους όλης της οικογένειας για τα γενέθλια μου, λίγες μέρες πριν φτάσουμε Μελβούρνη.
Πώς να μη συγκινηθείς, να μην κλάψεις, να μην πονέσεις, όταν λαβαίνεις τέτοιες αναπάντεχες ευχές μεσοπέλαγα από αγαπημένους, που με σπαραγμό καρδιάς αποχαιρέτησες μόνο βδομάδες πριν που ήδη σου φαίνονται αιώνες...ιδιαίτερα όταν σκέφτεσαι πως δεν ξέρεις αν τους ξαναδείς, πότε και υπό ποιες συνθήκες...
Θυμάμαι τους συνδαιτυμόνες στην  τραπεζαρία, που πήγαινα μόνο για να πάρω το φρούτο που μου αναλογούσε και λίγη σαλάτα, αφού λόγω ναυτίας δεν μπορούσα να φάω τίποτα. Μερικοί από το τραπέζι συμμερίζονταν πόσο άσχημα ένιωθα κι έκαναν... έρανο μεταξύ τους, δίνοντάς μου μέρος της σαλάτας τους ή και το φρούτο τους! Ευτυχώς δεν τους έλειπε το χιούμορ και μου έλεγαν γελώντας για να με ενθαρρύνουν:
- Ω  κηδεία που θα σου κάνουμε Ζακυνθινιά, μόλις φτάσουμε στη Μελβούρνη, μέχρι δεσπότη θα σου φέρουμε!
Συναντήθηκα τυχαία με κάποιους από αυτούς χρόνια μετά και μου ομολόγησαν ότι δεν πίστευαν πως θα κατάφερνα να βγω ζωντανή από κει μέσα!
Θα ήταν αδικία εκ μέρους μου, αν δεν ανάφερα εδώ σαν μνημόσυνο αποδίδοντας του φόρο τιμής, τον καλό εκείνο άνθρωπο τον καμαρότο της καμπίνας μου, τον έλεγαν Γεράσιμο, ήταν Κεφαλλονίτης κι εκείνο ήταν το τελευταίο του ταξίδι, αφού γυρνώντας Ελλάδα, έβγαινε στη σύνταξη. Γι’ αυτό λέω σαν μνημόσυνο, γιατί τότε ήταν  άνω των 60, πρόσθεσε άλλα 44 χρόνια που πέρασαν από τότε, λίγο δύσκολο να βρίσκεται ακόμα στη ζωή.
Με λυπόταν πολύ έτσι που με έβλεπε, ερχόταν και μούπιανε κουβέντα, μου έλεγε τα νέα και τα σχόλια του καραβιού, ερχόταν πάντα μεσημέρι και κάτω από τη ρόμπα του έκρυβε ένα πιάτο σούπα ή ό,τι άλλο μπορούσε να πάρει κρυφά από του καπετάνιου το τραπέζι, που τα φαγητά ήταν πιο προσεγμένα και νόστιμα, μήπως και καταφέρω και φάω κάτι. Πότε- πότε μου έφερνε και ένα κουτί γάλα Νουνού, που το έπαιρνε κρυφά κι εκείνο, με κίνδυνο να χάσει τη δουλειά του...
- .Φάε Ζακυθινιά, μου έλεγε, φάε να αντέξεις. Έχεις δύο μικρά παιδιά και σε περιμένει δύσκολη ζωή. Ντελικάτη και αδύναμη μου φαίνεσαι. Δεν είναι για σένα η Αυστραλία..
Γεράσιμε, καλέ μου φίλε, δεν σε ξέχασα ποτέ... Αν επέζησα, το χρωστάω και σε σένα. Να είσαι καλά, πολύ καλά, εκεί που βρίσκεσαι.
Δύσκολο, πολύ δύσκολο ταξίδι... Θυμάμαι πως σε κάποιο απότομο τράνταγμα του «θεριού»,  σε ώρα φαγητού που φοβηθήκαμε πως θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη,  σωριάστηκαν όλα τα πιάτα, ποτήρια κι  έγιναν χίλια κομμάτια. Δεν έμεινε όρθιο τίποτα. Για αρκετές μέρες μέχρι να πιάσουμε στεριά και να γίνει ανεφοδιασμός, είχαμε μόνο χάρτινα πιάτα και ποτήρια...

Τέτοιες ώρες θυμόμουνα με πικρία αυτά που μου έλεγαν πριν φύγω, προφανώς για παρηγοριά επειδή έβλεπαν πόσο φοβισμένη ήμουν, (είχε βουλιάξει και το «Ηράκλειο» στα νερά της Φαλκονέρας εκείνες τις μέρες), αγαπημένες θείες και θείοι στο Μπανάτο και Κουκουναρία, καθώς και γειτόνισσες στο Μπανάτο που είχαν δικούς τους στα ξένα όταν πήγα να τους χαιρετίσω  κι εκτός των άλλων εξέφραζα έμμεσα  και το φόβο μου για το ταξίδι...
Μη φοβάσαι μάτια μου, αυτό δεν είναι σαν το παπόρο που πάει Πειραιά-Ζάκυνθο, ούτε το καραβάκι του Ζαμπάζα είναι, αυτό είναι θεριό ψυχή μου, βουνό ολόκληρο, έχεις δει ποτέ σου υπερωκεάνιο; Ούτε που θα καταλάβεις πως είσαι σε θάλασσα, δε πα νάχει όση φουρτούνα θέλει! …
Αγαπημένες και αγαπημένοι όλοι, το κατάλαβα και με το παραπάνω πως βρισκόμουν στη θάλασσα, καρυδότσουφλο το «θεριό» μπροστά στην ανελέητη μανία της φύσης, μα δεν σας το είπα ποτέ... Σε τι θα ωφελούσε;
Με την αγάπη μου σε όλους σας πάντα.
δμΤ
                           Έργο Chris Tauson, σε τοίχο της Βοστόνης, όπου αποδίδεται η τραγωδία της Μετανάστευσης.

Τα "κριτήρια"

τα κριτήρια που χρησιμοποιούσαν οι Αυστραλιανές αρχές στην  επιλογή Μεταναστών, τότε αλλά και τώρα με το καινούριο ρεύμα μετανάστευσης των νέων μας. Φυσικά με το «τότε» αναφέρομαι στις δεκαετίες του '50 και '60, που δικαιολογημένα έχουν ονομαστεί και χρόνια μαζικής μετανάστευσης επειδή για οικονομικούς, πρωτίστως, λόγους έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς τα νιάτα της Ελλάδας. Εγώ θα τα έλεγα χρόνια μαζικής αφαίμαξης της νεολαίας. Σε ένα  διήγημά μου γράφω: κι ερήμωνε η ύπαιθρος και τα χωριά, γιατί τα καινούρια αφεντικά δεν ήθελαν τους γέρους και τους σακάτηδες...
Τα καινούρια αφεντικά ήθελαν νιάτα, νιάτα μπρατσωμένα για ν' αντέξουν στη βαριά βιομηχανία, για την οποία προορίζονταν... νιάτα μπρατσωμένα μόνο, χωρίς πολλές γνώσεις  και προσόντα, ώστε να  σηκώσουν κεφάλι και να διεκδικήσουν δικαιώματα...
Τότε, τον Απρίλη του  1967, που έγινε η δικτατορία. έμενα με το σύζυγο και τα δυο μικρά παιδιά μας στην Αθήνα, τα πράγματα δύσκολα, αφάνταστα δύσκολα και η Αυστραλία μέσω της ΔΕΜΕ, Διαπιστευτική Επιτροπή Μετανάστευσης εξ Ευρώπης, όχι μόνο ζητούσε μετανάστες, αλλά επί πλέον κατέβαλε και τα εισιτήρια για τον ερχομό εδώ. Όντας νέοι, δεν το πολυσκεφτήκαμε, πάμε λέμε, αφού δεν μας στοιχίζει τίποτα κι όταν ξεκουμπιστούν οι τρισκατάρατοι, γυρίζουμε. Λες και μιλούσαμε για διαδρομή Μπανάτο-Χώρα! Τέτοιους συλλογισμούς και αποφάσεις μόνο από πολύ νέους κι ανίδεους θ΄ ακούσεις κι εμείς τότε είμαστε και τα δυο... Αφού εγκρίθηκε η αίτηση μας, άρχισε η διαδικασία να μας στέλνουν από τον ένα στον άλλο, γιατρούς, εξετάσεις ιατρικές, συνεντεύξεις και πάει λέοντας. Μέχρι στα δόντια μας κοίταζαν, λες κι είμαστε άλογα! Περνώντας από μία ακόμα επιτροπή, αυτή στην Αυστραλιανή Πρεσβεία, μας κοίταξε κάπως επιτιμητικά ο αρμόδιος, επειδή ως πρώτη εμφάνιση φαίνεται δεν του γεμίσαμε το μάτι για υποψήφιοι μετανάστες κι άρχισε ένα σωρό ερωτήσεις, προέλευση, σπουδές, επάγγελμα κ.λπ. Φυσικά και δεν μας έκοβε να... παραποιήσουμε κάπως την πραγματικότητα, πού να ξέρουμε τότε τι θέλανε. Αφού μας άκουσαν ανέκφραστοι, ζήτησαν να ελέγξουν τα χέρια μας, απορημένοι τα απλώσαμε, τα κοίταξαν καλά κι από τις δυο μεριές κι αποφάνθηκαν πως δεν φαίνονται «δουλεμένα» άραγε δεν είμαστε εργάτες άραγε  δεν μπορούν να μας δώσουν βίζα, λέγοντάς μας ούτε λίγο ούτε πολύ πως είμαστε... παραμορφωμένοι και δεν τους κάνουμε! Για μένα φάνηκαν πιο επιεικείς! Γυναίκα είσαι -λένε με ύφος υπεροπτικό- και μάνα, θα καθίσεις σπίτι σου να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, αλλά ο άνδρας πρέπει να δουλέψει. Οι προσπάθειές μας να τους πείσουμε πως είμαστε κι οι δυο διατεθειμένοι να δουλέψουμε σκληρά σε όποια εργασία πάμε  έπεσαν στο κενό, άδικος κόπος! Απογοητευμένοι και γεμάτοι απελπισία γυρίσαμε να φύγουμε. Για καλή μας τύχη, ο φύλακας στην πόρτα πήρε χαμπάρι τι έγινε, γιατί άκουγε και φεύγοντας λέει με τρόπο στο σύζυγο για να μη γίνει αντιληπτός, πήγαινε παλικάρι μου και σκάψε, μουτζούρωσε, γρατζούνισε, τα χέρια σου, μαύρισε τα νύχια από χώμα και λάσπη να φαίνονται δουλεμένα κι έλα πάλι σ' ένα μήνα, θα έχει αλλάξει η επιτροπή. Ας τον έχει καλά ο Θεός, όπου κι αν βρίσκεται... Ακολουθώντας κατά γράμμα τις ορμήνιες του, πετύχαμε τον επόμενο μήνα την πολυπόθητη βίζα!




Προσδοκίες 

Προσδοκίες που είχαμε εμείς οι πρώτοι μετανάστες κι αυτές που, ίσως, έχουν οι σημερινοί που επιλέγουν να έλθουν εδώ.
Κυριότερο κίνητρο και λόγος μετανάστευσης  τότε και τώρα, οι δύσκολες συνθήκες, κυρίως ανεργία και φτώχεια στην αγαπημένη μας πατρίδα. Κανένας δεν εγκαταλείπει τη γη που γεννήθηκε έτσι απλά και χωρίς σοβαρό λόγο. Σε κανέναν δεν αρέσει να ξεριζωθεί, να αφήσει το γνώριμο, το οικείο, το σίγουρο περιβάλλον, για το ξένο κι άγνωστο.
Εμείς, φεύγαμε φοβισμένοι χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουμε, οι περισσότεροι από εμάς ούτε που γνωρίζαμε κατά πού πέφτει η Αυστραλία. Λίγοι τυχεροί είχαν, ίσως, δει  ότι τέρμα κάτω-κάτω στον παγκόσμιο χάρτη -πιο κάτω δεν είχε- υπήρχε ένα πολύ μεγάλο νησί!!! Δεν είχαμε την πολυτέλεια ούτε να σκεφτούμε τι περιμέναμε από τη χώρα που πηγαίναμε. Η πλειοψηφία έλεγε, πάμε για 3-5 χρόνια το πολύ, να μαζέψουμε χρήματα και να γυρίσουμε στον τόπο μας! Ο ένας για να φτιάξει το σπίτι του, ο άλλος να αγοράσει ταξί, άλλος για να αγοράσει το χτήμα που θα πουλήσει ο διπλανός του, άλλος για να παντρέψει την αδελφή του και ούτω καθ΄ εξής. Εδώ, ας μου επιτραπεί μια μικρή παρένθεση, θα σταθώ στο: να μαζέψουμε χρήματα!!! Οι περισσότεροι το λέγαμε με τόση πεποίθηση και  αφέλεια, λες και λέγαμε, πάμε  στον Κάμπο, να μαζέψουμε ραδίκια ή ελιές...
Είχαμε πλήρη άγνοια της πραγματικότητας. Ούτε σταθήκαμε να σκεφτούμε, πού και πώς θα τα μαζέψουμε αυτά τα χρήματα, πού θα τα βρούμε κι αν ήταν τόσα πολλά, σπαρμένα στους δρόμους, πώς και δεν τα μάζεψαν άλλοι και καλούσαν εμάς να πάμε να τα μαζέψουμε, τόσο δύσκολη είναι η συγκομιδή τους; Θυμάμαι ένα ζευγάρι, με το οποίο συνταξιδεύαμε. Άκουσαν πως στην Αυστραλία τα κουνέλια που κυκλοφορούν ελεύθερα στις φάρμες και δε χρειάζεται να τ’ αγοράσεις, οι ντόπιοι δεν καταδέχονται να τα φάνε, επίσης, πως τα εντόσθια τόσο από αρνιά όσο και μοσχάρια, είναι πάμφθηνα γιατί κι αυτά δεν τους αρέσουν. Στους υπολογισμούς λοιπόν που κάνανε για το... μάζεμα των λεφτών, υπολόγιζαν πως θα ζούνε σχεδόν τζάμπα, τρώγοντας συνεχώς κουνέλια και εντόσθια!!! Δεν έτυχε να τους συναντήσω ποτέ να ρωτήσω για πόσα χρόνια τρέφονταν με κουνέλια και εντόσθια και πόσα χρήματα μάζεψαν!
Μόνη μας μέριμνα, δουλειά και στέγη, αμφότερα πολύ προσιτά και εύκολα τότε, αφού για δουλειά, για πολλή δουλειά μάς κάλεσαν εδώ! Όσο για στέγη, πανεύκολο. Αυτοί που είχαν προηγηθεί, κατάφεραν με σκληρή δουλειά και φοβερές οικονομίες να αγοράσουν ένα σπίτι, δηλαδή, να μαζέψουν λίγα χρήματα για προκαταβολή και να πάρουν μεγάλο δάνειο από Τράπεζα το οποίο πλήρωναν σε μηνιαίες δόσεις με υψηλό για την εκάστοτε εποχή τόκο, με τρία - τέσσερα υπνοδωμάτια ή και περισσότερα, από τα οποία  κρατούσε ένα ο νοικοκύρης, πάντα παντρεμένος, και νοίκιαζαν τα υπόλοιπα, σε  ζευγάρι με ή χωρίς παιδιά, από ένα σε κάθε οικογένεια και το σαλόνι ή αν είχε αποθήκη το σπίτι, σε... μπεκιάρηδες, δηλαδή ανύπαντρους νέους ή κοπέλες ελεύθερες δύο και τρεις μαζί συνήθως σε πολύ μικρό χώρο, έτσι, με τα ενοίκια που εισέπρατταν πλήρωναν τις δόσεις του σπιτιού. Μαζεύονταν σεβαστό ποσό κάθε εβδομάδα, ιδιαίτερα αν υπήρχαν ανύπαντροι γιατί αυτοί ήταν οικότροφοι, τους έπλενε και τα ρούχα η νοικοκυρά και το μισό τους σχεδόν ημερομίσθιο πήγαινε στο ενοίκιο.
Δεν ήταν όλα αρνητικά σε αυτή τη συγκατοικία, υπήρχαν και τα θετικά, η νοικοκυρά του σπιτιού, σπάνια χρειαζόταν να δουλέψει εκτός σπιτιού αφού από τη μια φρόντιζε τους ελεύθερους κι από την άλλη φύλαγε τα μικρά που είχαν οι «νοικιαραίοι» ή παιδάκια γειτόνων και γνωστών  που δούλευαν και οι δύο γονείς. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι γυναίκες έβγαζαν πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που έβγαζαν οι άντρες τους δουλεύοντας και υπερωρίες, όχι μόνο οχτάωρο! Όσο για τους ένοικους, πλεονέκτημα το μικρό, σε σύγκριση με τι θα πλήρωναν αν νοίκιαζαν σπίτι, ενοίκιο, μα πάνω απ΄ όλα, (αυτό ίσχυε για όλους), η «στήριξη» των πολλών γύρω σου που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με σένα, είχαν την ίδια θρησκεία, η συντροφικότητα, η συμπαράσταση σε καλές και κακές στιγμές και η αλληλοβοήθεια σε όλα. Οι πιο στενές αλλά και άσπονδες(!) φιλίες δημιουργήθηκαν μέσω αυτής της συγκατοίκησης, αλλά και πολλοί γάμοι είτε από συνοικέσιο / γνωριμία, είτε από αισθηματάκι!
Τα αρνητικά, βέβαια, πάρα πολλά, δεδομένου ότι οι κοινόχρηστοι χώροι, κουζίνα, μπάνιο, τουαλέτα, απλώστρα ρούχων, μοιράζονταν από όλους με τη... σειρά, ακόμα και για να μαγειρέψεις ή να φας στο μοναδικό τραπέζι ή να πας στην τουαλέτα, τίποτα δεν μπορούσες να κάνεις όταν ήθελες ή... είχες ανάγκη!
Όλα αυτά τα ανάφερα για ενημέρωση σας, γιατί αμφιβάλλω αν τα γνωρίζετε. Έτσι ξεκινήσαμε τη ζωή μας εδώ σχεδόν όλοι οι νεοφερμένοι κι έτσι ζήσαμε μέχρι να μαζέψουμε «προζύμι» και ν’ αγοράσουμε κι εμείς με τη σειρά μας το δικό μας σπίτι.  Φυσικά και δεν αναφέρθηκα σε όλα τα άλλα, όπως τις πολύ δύσκολες συνθήκες εργασίας, τις φυλετικές διακρίσεις εις βάρος μας, τον εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο ζωής την παντελή έλλειψη ψυχαγωγίας, τότε, την έλλειψη επικοινωνίας με τους δικούς μας στην πατρίδα, αφού το γράμμα έκανε ένα μήνα και πάρα πάνω για να φτάσει και τόσα άλλα που θα χρειαστεί να γράψω όχι ένα αλλά πολλά βιβλία για να τα καλύψω!

 Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά από την Μελβούρνη 
http://www.nyxthimeron.com




Όπου γης και πατρίς


Ο Νίκος Παπαδογιάννης σβήνει τα φώτα του Ευρωμπάσκετ και υποδέχεται μέσα από το blog του το πολυπολιτισμικό μπάσκετ του 21ου αιώνα.

Στο τελευταίο Μουντιάλ, το ποδοσφαιρικό εννοώ, ήμουν φυσικά με την Ελλάδα. Από τις υπόλοιπες ομάδες, όμως, συμπαθούσα τη Γερμανία. Όχι μόνο επειδή έπαιξε ωραία μπάλα, αλλά και για έναν άλλο, πιο σημαντικό λόγο.
Η σύνθεσή της καθρέφτιζε την κοινωνία του 21ου αιώνα, χωρίς φόβο αλλά με θάρρος, χωρίς παρωπίδες αλλά με βλέμμα ανοιχτό προς το μέλλον. Από τους 23 αθλητές που φόρεσαν τη φανέλα της στη Νότια Αφρική, οι 11 είχαν ρίζες σε ξένους τόπους, παιδιά εμιγκρέδων από την Τουρκία, την Πολωνία, την Ισπανία, τη Βόρεια Αφρική, τη Μαύρη Αφρική, ακόμα και τη Βραζιλία.
Ποιας, της Γερμανίας, της ίδιας χώρας που πριν από 70 χρόνια αιματοκύλισε τον πλανήτη στο όνομα μιας γελοίας «εθνικής καθαρότητας», σκαρφαλωμένη στο άρμα ενός παράφρονα. Οι τριγμοί που ακούγονταν κάθε φορά που εμφανιζόταν με το γερμανικό εθνόσημο ο μαύρος Βραζιλιάνος Κακάου ήταν από τα κόκαλα του Χίτλερ και των άλλων ηγετών του εθνικοσοσιαλισμού. Οι νοσταλγοί, εκεί και αλλού, θα έτρωγαν τα λυσσακά τους.
Αλλά η γερμανική κοινωνία, ποτισμένη εδώ και δεκαετίες με τον ιδρώτα μεταναστών, Τούρκων, Ελλήνων, «Γιουγκοσλάβων», Ανατολικοευρωπαίων, πιο πρόσφατα Ασιατών και Αφρικανών, αγκάλιασε αυτή την Εθνική ομάδα χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς μισόλογα. Διότι ήταν αυτό ακριβώς που έγραφε το επισκεπτήριό της: Εθνική Γερμανίας. Της Γερμανίας του 21ου αιώνα, που δεν αποτελείται μόνο από αρίους. Η συντηρητική Άνγκελα Μέρκελ ήταν η πρώτη που χειροκρότησε αυτή τη «multi-culti» πολύ-Εθνική ομάδα.
Μου άρεσε αυτό. Το χειροκρότησα. Δεν με ενόχλησαν τα σπασμένα γερμανικά του Οζίλ, του Χεντίρα, του Ποντόλσκι, του Κακάου, του Μπόατενγκ και του Τροχόφσκι. Μόνο οι παρωπίδες με ενοχλούν. Στο «νέο, γενναίο κόσμο» του 21ου αιώνα, η γερμανική κοινωνία δεν έχει μόνο Χανς, Πέτερ και Φραντς, αλλά και Μεσούτ και Σερντάρ και Μίροσλαβ και Πιότρ. Ο Κακάου δεν μεγάλωσε καν στη χώρα. Εργάστηκε όμως εκεί, συμπλήρωσε τα ένσημα και πέρασε τα απαραίτητα τεστ στα οποία τον υπέβαλε η γερμανική ποδοσφαιρική Ομοσπονδία.
Ένα χρόνο μετά το Μουντιάλ του 2010, το ρεσιτάλ του Μπο ΜακΚάλεμπ στο Ευρωμπάσκετ της Λιθουανίας.
Δεν είναι φυσικά καινούριο το φαινόμενο. Καινούριο είναι μόνο το τσούξιμο που νιώσαμε όταν η Εθνική μας έχασε από την παρέα του ΜακΚάλεμπ υπό τις ιαχές των "μακεδόνων".
Στο Ευρωμπάσκετ του 2009 έπαιξε με τη FYROM ο πασίγνωστος από τη θητεία του στον Άρη Αμερικανός Τζερεμάια Μάσεϊ. Τα χρώματα της Πολωνίας φόρεσε τότε ο Ντέιβιντ Λόγκαν, του Παναθηναϊκού ντε! Της Ρωσίας ο Κέλι Μακάρτι, διάδοχος του Τζέι Αρ Χόλντεν που πέτυχε το νικητήριο καλάθι στον τελικό του '07. Της Βουλγαρίας ο ίδιος Ερλ Ρόουλαντ που αγωνίστηκε και στη φετινή διοργάνωση. Ο Κρις Κέιμαν έπαιξε με τη Γερμανία ακόμα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, με την ίδια φανέλα που πριν από αυτόν ίδρωσε ο «τηλεγραφόξυλος» Σον Μπράντλεϊ.
Να μιλήσουμε για τον σταρ της Εθνικής Τουρκίας, Χέντο Τούρκογλου, που είναι στην πραγματικότητα Βόσνιος και για τον Ουζμπέκο Ιλιάσοβα; Για τον «θρησκευτικό πρόσφυγα» Εμίρ Πρέλτζιτς; Για τον ηγέτη των Γάλλων Τόνι Πάρκερ, που έχει πατέρα Αμερικανό και μάνα Ολλανδέζα; Για τα εκλεκτά παιδιά των γαλλικών αποικιών; Για τους Ισραηλινούς, που ανέκαθεν είχαν δίγλωσση εθνική ομάδα και έχουν για τοτέμ τον Ντέιβιντ Σαρπ;
Σε ποιο ακριβώς σημείο αρχίζει να θεωρείται κάποιος "βέρος" ή έστω αντάξιος της υπηκοότητας; Αρκεί να έχει τη "σωστή" καταγωγή ο ένας του γονέας; Πειράζει αν είναι υιοθετημένος; Χρειάζεται να γνωρίζει τον εθνικό ύμνο; Είναι απαραίτητο να μιλάει τη γλώσσα;
Να συζητήσουμε για τον Σοφοκλή Σχορτσανίτη, που έχει μάνα Καμερουνέζα και χρώμα που ερεθίζει το ευαίσθητο ματάκι των φαιών; Για το Νέστορα Κόμματο;
Για τους αδελφούς Καλάθη, που δεν μιλάνε ελληνικά;
Για τον Μπράμο, που μοιάζει τόσο «Αμερικανάκι», ώστε θεωρούμε το επώνυμό του άκλιτο και λέμε «τον Μπράμος»;
Για τον «Κώστα Κούφος»;
Για το «Νικ Γκάλις», που πρωτοταξίδεψε στην Ελλάδα από το Μπρούκλιν στα 23 του;
Ποιος θα τολμήσει να τους πει ότι δεν είναι Έλληνες ή ότι είναι Έλληνες γιαλαντζί; Καλού κακού, ας κάνει πρώτα τη διαθήκη του. Έχουν και βαρύ χέρι όλοι αυτοί. Από πίσω θα βαράω κι εγώ...
Μας εκνευρίζει που βλέπουμε τον (λαθρο)μετανάστη από το Κονγκό Σερζ Ιμπάκα ντυμένο στα κοκκινοκίτρινα της Εθνικής Ισπανίας, αλλά αγκαλιάζουμε τον (λαθρο)μετανάστη από τη Γουινέα Φασένγκας Ντιαλό, που παίζει στην Εθνική Εφήβων της Ελλάδας. Πώς εξηγείται αυτό;
Μας άρεσε που είχαμε τόσα χρόνια "κολώνα" της Εθνικής Γυναικών τη Μαρία Σαμορούκοβα, καθαρόαιμη Ρωσίδα παντρεμένη με Έλληνα; Την Έριν Μπούσερ-Περπέρογλου θα τη δεχθούμε αν αποφασίσει να επιστρέψει στο παρκέ ή θα της πούμε ότι δεν είναι αρκετά Ελληνίδα;
Τον επί δεκαετία εγκατεστημένο στην Ελλάδα Μάικ Μπατίστ τον θέλουμε ή μας χαλάει το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του;
Τον Μπάνε Πρέλεβιτς θα τον καλούσαμε αν -σενάριο επιστημονικής φαντασίας- επέστρεφε σήμερα στο παρκέ και έβαζε ακόμη εκείνα τα τριποντάκια; Το Σλόμπονταν/Λευτέρη Σούμποτιτς;
Ο Πέτζα είναι ή δεν είναι (τόσο) Έλληνας (όσο και Σέρβος); Θα του δίναμε αύριο γαλανόλευκη φανέλα αν υπήρχε τρόπος να παίξει στην Εθνική μας;
Αν είχε στις τάξεις της Έλληνα της διασποράς η ποδοσφαιρική Εθνική Γερμανίας για την οποία έγραψα στην αρχή θα τον χαιρετίζαμε ή θα τον βαφτίζαμε προδότη; Αν ήταν Έλληνας της Μικρασίας ή της Πόλης θα μας άρεσε να τον δούμε στην Εθνική Τουρκίας; Έχει διαφορά, Γερμανία από Τουρκία;
Δεν υπάρχει σωστή και απερίφραστη απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Λίγο ως πολύ, έχουν δίκαιο όλοι. Τα καταθέτω περισσότερο ως τροφή για σκέψη. Χωρίς καμία διάθεση να τα βάλω όλα στο ίδιο τσουβάλι, εν τέλει το τσουβάλι είναι ένα: το τσουβάλι με τα διαβατήρια.
Επιτρέψτε μου να σας πω μία ιστορία για να δείτε πόσο θολή είναι η γραμμή των συνόρων.
Το σωτήριον έτος 1998, η Εθνική Ελλάδος άνοιξε τις πύλες της για τον ομογενή, κατ’ άλλους ελληνοποιημένο, Ιάκωβο Τσακαλίδη. Η παρουσία του προκάλεσε την αντίδραση των υπολοίπων διεθνών (Φασούλας, Σιγάλας, Παταβούκας κ.ά.), οι οποίοι εξέδωσαν μία ανοιχτή επιστολή-λίβελλο που αποτέλεσε μαύρο στίγμα στην ιστορία της ομάδας. Αργότερα ορισμένοι μετάνιωσαν, αλλά η ζημιά είχε γίνει.
Η απάντηση έφτασε από τη Γερμανία, μέσα από ένα κείμενο διαμαρτυρίας το οποίο υπέγραφαν 10.000 Έλληνες ομογενείς από τις περιοχές του Τύμπινγκεν και του Ρότλινγκεν. Πολλοί από αυτούς είχαν ντύσει στα γαλανόλευκα τη «Σλάιερχαλε» της Κολωνίας, για έναν αγώνα Γερμανίας-Ελλάδας στα πλαίσια των προκριματικών του Ευρωμπάσκετ 1999. Το θυμάμαι καλά, διότι ήμουν εκεί.
Έγραφαν μεταξύ άλλων οι μετανάστες:
    * «Ζητάμε συγγνώμη που πληρώσαμε διπλή και τριπλή τιμή εισιτηρίου και πήγαμε στη "Σλάιερχαλε" 6500-7000 "μη γνήσιοι" Έλληνες και 99,9% μη εκατομμυριούχοι για να ενισχύσουμε τους εκατομμυριούχους "γνήσιους Έλληνες"».
    * «Ζητάμε συγγνώμη που αναζητήσαμε την τύχη μας έξω από τα σύνορα της πατρίδας μας και τα παιδιά μας είναι "μπάσταρδοι Έλληνες", επειδή γεννήθηκαν στο εξωτερικό».
    * «Ζητάμε συγγνώμη από τους "γνήσιους", για τους αγώνες που κάνουμε ώστε να λειτουργούν τα ελληνικά σχολεία εδώ στη Γερμανία, ώστε να ξέρουν τα παιδιά μας να τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο».
    * «Ζητάμε συγγνώμη, που αγαπήσαμε και εκτιμήσαμε τον "μπάσταρδο" Νίκο Γκάλη, που "δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα" και "δεν ανδρώθηκε με τα ιδανικά της φυλής" και "κορόιδευε" την κοινωνία όλη όταν έπαιζε στην Εθνική».
Και η κατακλείδα:
«Νιώθουμε όχι απογοήτευση, αλλά αηδία για το κείμενο της ανακοίνωσης των σημερινών "φυλάκων των ιδανικών της πατρίδας μας". Τους θεωρούμε ανάξιους να μιλήσουν για την ελληνικότητα τη δική μας και των παιδιών μας. Κύριε Φασούλα και παιδιά της σημερινής Εθνικής, το ελληνικό μπάσκετ θα προχωρήσει με επιτυχία και χωρίς εσάς. Εσείς μπορείτε χωρίς το ελληνικό μπάσκετ;»
Ο μοναδικός που κράτησε αποστάσεις από τους υπόλοιπους διεθνείς και έτσι εξαιρέθηκε από το "κατηγορώ" των μεταναστών ήταν ο τότε προπονητής της Εθνικής Παναγιώτης Γιαννάκης.
Ναι, ναι, ξέρω. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Σύμφωνοι. Προφανέστατα. Είναι όμως πολύ πιο ίδιες απ'ό,τι θέλουν να πιστεύουν οι συντηρητικοί της δεκάρας, οι φαιοχίτωνες της φακής και αυτοί που χρησιμοποιούν τη λέξη "προοδευτικός" ως -αν είναι δυνατόν...- βρισιά.
Όποιος έχει αποκτήσει νομίμως το διαβατήριο και την υπηκοότητα μιας χώρας, θεωρείται πολίτης αυτής της χώρας με ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις με τους υπόλοιπους. Άσχετα με το χρώμα του, άσχετα με τις ρίζες του και άσχετα με τη γλώσσα που μιλάει. Αυτός είναι ο κόσμος του 21ου αιώνα, είτε μας αρέσει είτε όχι: ένα αδυσώπητο πολυπολιτισμικό χωνευτήρι λαών και πολιτισμών.
Οι Εθνικές αθλητικές ομάδες δεν εκπροσωπούν την καθαρότητα της φυλής και το dna των προγόνων, αλλά την πραγματική εικόνα των αντίστοιχων κοινωνιών (αν και υπάρχει στο μπάσκετ περιορισμός, ένας "νατουραλιζέ" για κάθε Εθνική ομάδα).
Μέρος αυτής της εικόνας, εκφυλιστικό έστω, είναι ακόμα και η «αγορά διαβατηρίων». Έχετε προσέξει τι ράτσας αθλητές κατεβάζουν στο στίβο χώρες όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν, ακόμα και η Τουρκία;
Σε πολλές χώρες, η εξαγορά της υπηκοότητας μπορεί να πραγματοποιηθεί αν όχι εν μια νυκτί, πάντως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, αντί αντιτίμου. Αν έχετε χρήματα και διάθεση, μπορείτε αύριο να γίνεται πολίτης του Σεντ Κιτς & Νέβις. Ή της FYROM. Οποιοδήποτε και αν είναι το κίνητρό σας.
Κι αν έχετε τη στοιχειώδη ευαισθησία, θα βρείτε και τρόπο για να επιβραβεύσετε τη χώρα που σας χάρισε διαβατήριο. Όπως έκανε ο Μπο ΜακΚάλεμπ.
 

Μετανάστης στην Αυστραλία


 Μετανάστης στην Αυστραλία

   
Ήταν κάποτε μια εποχή που υπήρχε μόνο το ραδιόφωνο. Η ασπρόμαυρη τηλεόραση δεν θα αργούσε για πολύ ακόμα. Τα ταξίδια δεν ήταν δυνατά για τους πολλούς. Τα μέρη μακρινά, τα μέσα αργά, τα χρήματα λίγα, οι διαδικασίες πολλές. Θεωρήσεις, συνάλλαγμα, χαρτιά, αναμονές. Ο θείος μου έφυγε Αυστραλία. Έκανε τριανταοκτώ μέρες για να φτάσει εκεί με το υπερωκεάνιο "Πατρίς". Το καράβι φίσκα γεμάτο. Το ταξίδι δεν ήθελε να το θυμάται, επειδή συνέχεια είχε τρικυμία και αυτός ήταν γεωργός. Τον έπιανε δηλαδή η θάλασσα.
  
 
  
  
Το ταξίδι κόστιζε μια περιουσία. Ο θείος μου δεν είχε. Γονείς, συγγενείς, ο πατέρας μου βοήθησαν για να μαζευτεί το ποσό. Το δυσκολότερο ήταν το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Χωρίς αυτό μετανάστευση γιοκ. Κάποιος, κάπου τον είδε, σε εκδήλωση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, και χαρακτηρίστηκε συμπαθών. Ο θείος μου καμιά σχέση, έτσι έλεγαν οι συγγενείς. Ποιος ξέρει πως βρέθηκε εκεί, ποτέ δεν μας είπε. Φυσικά φίλησαν κατουρημένες ποδιές για να πάρουν το πιστοποιητικό.
  

 

Μετά ήταν οι ιατρικές εξετάσεις. Θα τις περνούσε; Περιπτώσεις νέων μεταναστών που κοβόντουσαν από τις ιατρικές επιτροπές υπήρχαν πολλές. Παραδείγματος χάριν λόγω φυματίωσης ή ελονοσίας που τότε ενδημούσαν. Και στο χωριό του θείου μου με τα πολλά στάσιμα νερά και τα ριζοχώραφα, η ελονοσία όχι απλώς ενδημούσε, αλλά είχε το θρόνο της.
 
 
Η αγωνία του θα φτάσει στο κατακόρυφο. Τελικά όλα θα πάνε καλά και θα φύγει. Το ταξίδι, όπως είπαμε, δεν ήθελε να το θυμάται. Φθάνει στη Μελβούρνη. Εκεί θα εγκλειστεί μαζί με τους άλλους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών μέχρι να τελειώσουν όλες οι διατυπώσεις και η καραντίνα (Bonegilla Migrant Reception andTraining Centre). Εκεί έκλειναν όλες τις φυλές μαζί για να συνηθίσει η μία την άλλη. Ο κόσμος άγνωστος, η γλώσσα στην αρχή του φάνηκε σαν κινέζικα. Δυσκολεύθηκε να την μάθει. Και, όταν την μιλούσε, πολύ αργότερα, πρόφερνε τις λέξεις με μια ακατανόητη βαριά αυστραλέζικη προφορά.
 
 
Η χώρα, το ξέρετε, ήπειρος. Τεράστια. Ο θείος μου φοβόταν τις μακρινές αποστάσεις, έτσι δεν το κούνησε καθόλου από τη Μελβούρνη. Ασχολήθηκε με πολλές δουλειές. Δούλεψε σε εργοστάσια, σε super market, εργάτης γης, ως μπογιατζής, ως ταπετσιέρης, για να καταλήξει να έχει δικό του βενζινάδικο για πολλά χρόνια. Στο βενζινάδικό του δούλευε δώδεκα ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα.
Παντρεύτηκε. Έκανε δύο παιδιά. Κορίτσια. Στα τόσα χρόνια δεν είδαμε, εμείς, τα ανίψια του κανένα δώρο. Μόνο μια φορά, έστειλε ένα πικάπ έπιπλο σε ένα μου ξάδελφο. Αυτό μόνο. Κάθε φορά που  το βλέπαμε, το θαυμάζαμε με το στόμα ανοιχτό. Α, ρε, Αυστραλία, τι βγάζεις! Τα τελευταία χρόνια ερχόταν σχεδόν κάθε δύο χρόνια στην Ελλάδα. Το έπαιζε κάπως σαν πλούσιος σε μας τους φτωχούς. Έβγαζε και μας έδειχνε κάτι φθαρμένα αυστραλέζικα μονοδόλλαρα. Μιλούσε πάντα με θαυμασμό για την Αυστραλία. Εκεί αυτό, εκεί εκείνο.
  
  
Όταν τα κορίτσια του μεγάλωσαν, ήρθε μόνιμα στην Ελλάδα. Δεν ήθελε τα κορίτσια του να παντρευτούν ξένους. Πούλησε εκεί ότι είχε και δεν είχε και αγόρασε εδώ στην πόλη ένα μικρό σπίτι και μισή άδεια ταξί. Αυτό ήταν ότι κατάφερε με τις οικονομίες του.
Τα κορίτσια του, παντρεμένες ώριμες γυναίκες τώρα πια, με μεγάλα παιδιά, σκέφτονται να επιστρέψουν μετά από τόσα χρόνια στην Αυστραλία. Τι γνώμη έχω για την κατάσταση, να ξαναπάω στην Αυστραλία, με ρώτησε φέτος στο πανηγύρι του χωριού, όπου βρεθήκαμε όλοι οικογενειακώς. Τον αντιρώτησα αν άκουσε ποτέ ή και γνώρισε τον έλληνα μετανάστη της Μελβούρνης, Alick Jackomos, εθνικό ήρωα της Αυστραλίας και τιμημένο με την ανώτατη διάκρισή της "A man of all tribes" που πάει να πει κάτι σαν Δίκαιος όλων των φυλών. Ποιος είναι αυτός, δεν τον ξέρω απάντησε ξερά, και σιωπήσαμε αμφότεροι.
 
 
Τον είδα πάλι πρόσφατα. Κοιμόταν στη στάση των ταξί γερμένος με το κεφάλι πλάγια στο τιμόνι. Γερασμένος πολύ. Το ραδιόφωνο ανοιχτό, έπαιζε σιγά τραγούδια του Καζαντζίδη. Τα βλέφαρά του πετάριζαν, όπως κοιμόταν, σαν να έβλεπε όνειρο. Τι να έβλεπε άραγε; Μήπως εκείνο το μακρινό ταξίδι με το καράβι;

http://anagnostikon.blogspot.gr/2012/03/84.html

Η Ελλ.μεταναστευση σε εκθεση στη Μελβουρνη


Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Έκθεση για την ιστορία της Ελληνικής μετανάστευση στη Μελβούρνη

ΤΟ ...ΠΕΡΊΦΗΜΟ  "ΠΑΤΡΙΣ"
Με 300,000  δολάρια επιχορηγεί τη διοργάνωση η κυβέρνηση Βικτώριας, για τα χρόνια της ΔΕΜΕ στο Ελληνικό Μουσείο ΜελβούρνηςΗ ιστορία της ελληνικής μεταπολεμικής μετανάστευσης θα αναβιώσει σε Έκθεση που οργανώνει το Ελληνικό Μουσείο Μελβούρνης, σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Βικτωρίας.
ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΑΝΑΧΩΡΟΥΣΑΝ
Ο πολιτειακός υπουργός Πολυπολιτισμικών Υποθέσεων, Νικόλαος Κότσιρας, ανακοίνωσε χθες, ότι η κυβέρνηση Μπέιλιου θα διαθέσει 300.000 δολάρια για τη χρηματοδότηση της Έκθεσης και άλλων εκδηλώσεων, επί τη ευκαιρία της συμπλήρωσης 60 χρόνων από την υπογραφή της συμφωνίας Αυστραλίας-Ελλάδας, που διευκόλυνε τη μετανάστευση χιλιάδων Ελλήνων στην Αυστραλία μέσω της ΔΕΜΕ.
Ο κ. Κότσιρας εξήγησε, ότι βασικός πυλώνας των εκδηλώσεων θα είναι έκθεση με αρχειακό και φωτογραφικό υλικό από το Μουσείο Μετανάστευσης Μελβούρνης και αντίστοιχους φορείς της Ελλάδας.
«Η υπογραφή της συμφωνίας Ελλάδας-Αυστραλίας άνοιξε διάπλατα τις πόρτες της Αυστραλίας στους Έλληνες, που έψαχναν για ένα καλύτερο μέλλον για τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους» τόνισε ο υπουργός.
«Από το 1952 μέχρι το 1968 έφθασαν στην Αυστραλία μέσω της ΔΕΜΕ 50.000 ομογενείς μας, εκ των οποίων 15.000 πέρασαν από το κέντρο υποδοχής μεταναστών της Bonegilla. Σήμερα στην Αυστραλία υπάρχει μία από τις μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες της διασποράς και η Μελβούρνη είναι η τρίτη μεγαλύτερη ελληνική πόλη εκτός Ελλάδας.

Η εξάμηνη έκθεση, που θα εγκαινιαστεί τον προσεχή Νοέμβριο με τη συμμετοχή των κορυφαίων Ελλήνων τραγουδιστών, Μαρίας Φαραντούρη και Γιάννη Κότσιρα, θα αναβιώσει την ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης στην Αυστραλία και θα δώσει την ευκαιρία σε παιδιά ομογενών μας, που μετανάστευσαν στην Αυστραλία, τότε, να αφηγηθούν τις προσωπικές εμπειρίες τους και να αξιολογήσουν την απόφαση των γονέων τους να μεταναστεύσουν στην άλλη άκρη της γης προς αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος» πρόσθεσε ο κ. Κότσιρας. 
Μετανάστης της περιόδου αυτής και ο κ. Κότσιρας, ταυτίζεται απόλυτα με τις χιλιάδες των Ελλήνων που βρήκαν καταφύγιο στην Αυστραλία και νοιώθει την ανάγκη να μαθευτεί η ιστορία όλων των Ελλήνων που ρίζωσαν, προόδευσαν και μεγαλούργησαν στην Αυστραλία.
«Πιστεύω, ότι η Έκθεση και οι άλλες εκδηλώσεις που θα αρχίσουν τον Νοέμβριο θα βοηθήσουν στο να καταγραφεί το άγνωστο κομμάτι της ιστορίας της ελληνικής μετανάστευσης στην Αυστραλία, ιδιαίτερα στη Μελβούρνη, οι προσωπικές εμπειρίες, ο αγώνας και τα αποτελέσματα του αγώνα που έδωσε κάθε νεοφερμένος μετανάστης για να επιβιώσει και προοδεύσει» λέει.
Ο διευθυντής του Ελληνικού Μουσείου, κ. Ιωάννης Τατούλης, γνωστός στην ομογένεια από το δημοσιογραφικό έργου και τις τηλεοπτικές παραγωγές του, δηλώνει, ότι πρόκειται για πρωτοποριακό εγχείρημα, που θα ολοκληρωθεί σε τρεις φάσεις.
«Η πρώτη φάση θα είναι η πανηγυρική έναρξη των εκδηλώσεων στους χώρους του Ελληνικού Μουσείου, με τη συμμετοχή του φωνητικού δίδυμου Μαρίας Φαραντούρη-Γιάννη Κότσιρα.
Η δεύτερη φάση θα είναι τα εγκαίνια της έκθεσης, η οποία θα μείνει ανοιχτή έξι μήνες. Κατά τη διάρκεια της Έκθεσης θα κληθούν 15 Έλληνες της Μελβούρνης, που μετανάστευσαν στην Αυστραλία σε παιδική ηλικία να καταθέσουν τις εμπειρίες του από τη μετανάστευση σε μία άγνωστη χώρα.
Στην τρίτη φάση θα κληθούν να πάρουν μέρος και ντόπιοι καλλιτέχνες, ζωγράφοι, μουσικοί, λογοτέχνες και άλλοι, ώστε να συνδυαστεί αρμονικά το ελλαδικό με το ντόπιο στοιχείο» εξηγεί ο κ. Τατούλης.
Κατά τον κ. Τατούλη, συντελεστικό ρόλο στη συμφωνία με τη Μαρία Φαραντούρη και το Γιάννη Κότσιρα έπαιξε ο επαναπατρισθείς ομογενής μουσικοσυνθέτης, Τάσος Ιωαννίδης.
«Ο Τάσος έπαιξε κεντρικό στην εξασφάλιση της συμμετοχής των δύο κορυφαίων καλλιτεχνών και τον ευχαριστούμε θερμά. Να πω, δε, με την ευκαιρία, ότι οι Μαρία Φαραντούρη και Γιάννης Κότσιρας θα εκτελέσουν, μεταξύ άλλων, και τα «Παρατράγουδα» του Τάσου Ιωαννίδη, το μουσικό έργο του, που καταχειροκροτήθηκε στην Αυστραλία και την Ελλάδα».
Όσο για το εάν  συμμετέχει η Ελλάδα στην έκθεση.
 «Βεβαίως» απαντά ο κ. Κότσιρας. Η Ελλάδα θα συνεισφέρει αρχειακό υλικό, για την εξασφάλιση του οποίου η πρέσβης της Αυστραλίας στην Ελλάδα, κ. Τζένι Μπλούμφιλντ, συνεργάζεται με τις αρμόδιες ελληνικές αρχές». Ο υπουργός προσθέτει, ότι «η έκθεση θα μεταφερθεί και στην Ελλάδα και θα στεγαστεί στο κτίριο της Βουλής των Ελλήνων».

του Κώστα Νικολοπούλου
Πηγή : Νέος Κόσμος —  ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΝΕΑ

Τα υπερωκεανια της ελληνικης μεταναστευσης


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΥΠΕΡΩΚΕΑΝΙΑ
Μέχρι το 1907 το ελληνικό μεταναστευτικό κύμα προς την Αμερική το διακινούσαν ξένες ατμοπλοϊκές εταιρίες. Κυρίως, η Αυστριακή εταιρία «Austro Americana», η γερμανική «Hamburg American Line» και τα υπερωκεάνια του Βόρειου Ατλαντικού. Οι δύο πρώτες ελληνικές εταιρίες «Μωραΐτης» (1907-1908) και «Υπερωκεάνιος Ελληνική Ατμοπλοΐα» (1910 - 1912) που προσπάθησαν να δημιουργήσουν ελληνική υπερατλαντική γραμμή απέτυχαν και οδηγήθηκαν σε χρεοκοπία. Η «Εθνική Ατμοπλοία της Ελλάδος» των αδελφών Εμπειρίκου όμως, κυριάρχησε στο χώρο των υπερωκεανίων για 30 ολόκληρα χρόνια (1908-1937). Άρχισε τις εργασίες της με την παραλαβή το 1909 από τα αγγλικά ναυπηγεία του υπερωκεάνιου  «Πατρίς» (4890 κόρων ολικής χωρητικότητας).
Στη συνέχεια ακολούθησαν το «Μακεδονία» (6.333 κορ.), το «Ιωάννινα» (4.191 κ.), το «Θεσσαλονίκη» (4.682 κορ.), το «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» (μετέπειτα «Μεγάλη Ελλάς» και «Βύρων») που μπορούσε να μεταφέρει 1800 μετανάστες, το «Βασιλεύς Αλέξανδρος», το «Κωνσταντινούπολις» και ο «Μορέας».
Η «Εθνική» συχνά αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει επιτάξεις και φθορές πλοίων, από πολεμικές αντιξοότητες (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος πόλεμος) αλλά και από εχθρότητα αντίπαλων πολιτικών μερίδων που εναλλάσσονταν τότε στη διακυβέρνηση της χώρας. Στη συνέχεια η «Εθνική» ίδρυσε την αγγλική εταιρεία «
Byron Steamship Company» που διαλύθηκε το 1928, υπέγραψε μια ατυχή σύμβαση το 1932 με το κράτος και τελικά το 1937 διαλύθηκε.



[ Του Αναστασίου Ι. Τζαμτζή πλοιάρχου Εμπορικού Ναυτικού. Απ΄την εφημερίδα Καθημερινή - Κυριακή 15-12-1996, σ. 8-13]. 

 

Αν κρίνουμε από τις «φρικτές» συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, στα μεταναστευτικά υπερωκεάνια, ιδιαίτερα εκείνα της πρώτης περιόδου (1907-1937), οι μετανάστες θεωρούνταν «φορτίο». Αρκεί να σκεφτούμε ότι πλοία μόλις 5-6 χιλιάδων τόνων, μετέφεραν έως 1.200-1.300 επιβάτες, σε ταξίδια που συχνά ξεπερνούσαν τις 20-22 ημέρες.
 Οι δοκιμασίες των φτωχών μεταναστών, οι οποίοι ελάχιστα νοιάζονταν για ανέσεις, που ποτέ άλλωστε δεν είχαν γευτεί, άρχιζαν πολύ πριν το ταξίδι. Οι περισσότεροι αγνοούσαν τις μεγάλες δυσκολίες που τους περίμεναν στο Νέο Κόσμο, τον οποίο εκατοντάδες μεσίτες μετανάστευσης (επάγγελμα που ανθούσε τα χρόνια εκείνα), παρουσίαζαν ως νέα Γη της Επαγγελίας. Με την ελπίδα λοιπόν ότι στην ξένη χώρα θα αποκτήσουν ό,τι χρειάζονται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή, αγωνίζονταν να πάρουν την πολυπόθητη άδεια μετανάστευσης για την Αμερική, τόπο απαγορευμένο για παράδειγμα σε όσους υπέφεραν από τραχώματα (διαδεδομένη νόσο την εποχή εκείνη). Όσοι τα κατάφερναν, πριν την επιβίβαση στο πλοίο, υποβάλλονταν σε ξεψείριασμα και εμβολιασμό.
 

Η αναχώρησή τους γινόταν
 
σε ατμόσφαιρα πανηγυρική,
 
με την μπάντα του δήμου να παίζει
 
στο λιμάνι του Πειραιά,
 
τα βαπόρια να σφυρίζουν
 
και τα μαντήλια να ανεμίζουν
 
στα σημαιοστόλιστα πλοία και στην αποβάθρα,
 
καθώς ανταλλάσσονταν οι τελευταίοι χαιρετισμοί.
 
Έπειτα άρχιζαν τα βάσανα.
 Οι μετανάστες «πακετάρονταν» κυριολεκτικά στους χώρους κάτω από το κυρίως κατάστρωμα σε απελπιστικά στενούς χώρους. Τα υποφράγματα αυτά καθορίζονταν μόνο την τελευταία μέρα πριν από τον κατάπλου. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, η πολυκοσμία, οι αναθυμιάσεις των εμετών, η απόπνοια των σωμάτων των επιβατών και η έλλειψη στοιχειώδους καθαριότητας έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική.
"Όσο δύο φέρετρα"
Τα διάφορα κράτη άργησαν να θεσπίσουν διατάξεις για τη σωστή μεταφορά των επιβατών, με αποτέλεσμα οι ατμοπλοϊκές εταιρίες που εκμεταλλεύονταν τα υπερωκεάνια να «οργιάζουν» εις βάρος των άτυχων μεταναστών. Ένας αμερικανικός νόμος που ψηφίστηκε το 1882 και σκοπό είχε να προστατεύσει κυρίως τους επιβάτες της τρίτης θέσης, προέβλεπε ότι κάθε επιβάτης δεν μπορούσε να έχει στη διάθεσή του λιγότερα από 100 κυβικά πόδια (2,83 κυβ. μέτρα) ή αν έμενε σε χώρο κάτω από δύο καταστρώματα, 120 κυβ. πόδια (3,40 κυβ. μέτρα). Δύο παιδιά κάτω από οκτώ ετών υπολογίζονταν για ένας επιβάτης. Αν ο ισχνός αυτός χώρος δεν διατίθετο, ο πλοίαρχος του πλοίου έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο πενήντα δολαρίων για κάθε επιβάτη. Σημειώνουμε ότι ποτέ δεν έγινε σχετικός έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές και πουθενά δεν αναφέρεται να επιβλήθηκε ποτέ σχετικό πρόστιμο.
 Οι χώροι της τρίτης θέσης ήταν κυριολεκτικά «πακεταρισμένοι» με σειρές από σιδερένια ή ξύλινα διώροφα κρεβάτια. Κάθε κρεβάτι είχε έξι πόδια (1,88 μέτρα) μάκρος και δύο πόδια (0,61 μέτρα) πλάτος, με μόνο 30 ίντσες (0,762 μ.) ύψος ανάμεσα στα κρεβάτια για κάθε επιβάτη, δηλαδή αντιστοιχούσαν συνολικά τριάντα κυβικά πόδια (0,84 κυβ. μ.) έχοντας τις διαστάσεις από δύο... φέρετρα.
 Στο κλειστοφοβικό αυτό διπλό «φέρετρο», ο μετανάστης έπρεπε να περάσει όλες τις ώρες, μέρα ή νύχτα. εκεί να ζει, να κοιμάται, να ησυχάζει, να ντύνεται. Δεν υπήρχαν καρέκλες ή σκαμνιά, ούτε τραπέζι. Οι αποσκευές, τα ρούχα, τα σκεύη του φαγητού και όλα τα υπάρχοντά του, αν σκεφθούμε μάλιστα ότι πολλοί μετακόμιζαν για πάντα, έπρεπε να βολευτούν κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στα στενά αυτά κρεβάτια.
 Ο διαχωρισμός των γυναικών επιβατών ήταν αδύνατος. Στην προσπάθειά τους για κάποια απομόνωση οι γυναίκες κρεμούσαν τα ρούχα τους γύρω από τα κρεβάτια τους προκειμένου να δημιουργήσουν κάποιο υποτυπώδες παραπέτασμα. Συνήθως, δεν πολυενοχλούνταν από τους άνδρες συνεπιβάτες τους, όσο από τους άνδρες του πληρώματος που συχνοπερνούσαν από τα γυναικεία διαμερίσματα. Η περιέργειά τους έφτανε συχνά έως την παρενόχληση. Ιδιαίτερα υποφέρανε οι ασυνόδευτες γυναίκες της τρίτης θέσεως. Δεν υπήρχαν γυναίκες θαλαμηπόλοι. Οι μοναδικές γυναίκες του πληρώματος στην τρίτη θέση ήταν μόνο δύο νοσοκόμες.
 Για τον εξαερισμό των χώρων, ο νόμος του 1882 προέβλεπε δύο ανεμοδόχους των 12 ιντσών (0,30 μ.), για κάθε πενήντα επιβάτες. Οι ανεμοδόχοι αυτοί, ανεπαρκείς και σε ομαλές καταστάσεις, καταλήγανε στο κύριο κατάστρωμα, που συνήθως απείχε πολύ λίγο από την επιφάνεια της θάλασσας, με αποτέλεσμα να μπάζουν νερά. Αναπόφευκτα, στις χειμωνιάτικες, κυρίως, φουρτούνες, οι επιβάτες της τρίτης θέσεως δέχονταν καταιονισμούς από παγωμένα νερά του ωκεανού.
 Όσον αφορά τα λουτρά, μεταξύ των θέσεων όπου βρίσκονταν και των διαμερισμάτων, μεσολαβούσαν ανεμόδαρτα ανοιχτά καταστρώματα. Οι καταιονιστήρες ήταν κοινοί, κατά κανόνα, για άνδρες και γυναίκες, περιείχαν θαλασσινό νερό και ήταν σιδερένιες καμπίνες περίπου 2x2,75 μ. Περιττό να πούμε ότι σπάνια οι επιβάτες τους χρησιμοποιούσαν. Στους ίδιους χώρους ήταν τοποθετημένες οι λεκάνες για το πλύσιμο των πιάτων και οι διπλές σειρές για το πλύσιμο των ρούχων, χωρίς βέβαια σαπούνι ή πετσέτες και με κρύο αλμυρό νερό. Το ζεστό νερό ήταν πολυτέλεια και όταν υπήρχε το χρησιμοποιούσαν για το πλύσιμο των χεριών, του προσώπου και των μαλλιών. Το δάπεδο γύρω ήταν συνεχώς πλημμυρισμένο σφουγγαριζόταν και απολυμαινόταν βιαστικά μόνον το τελευταίο πρωί του ταξιδιού, λόγω της αναμενόμενης επιθεώρησης του γραφείου της Δημόσιας Υγείας.
 Ο νόμος προέβλεπε καθημερινή ιατρική επίσκεψη στη διάρκεια του ταξιδιού. Οι μετανάστες θα έπρεπε να μπαίνουν στη γραμμή και να περάσουν από τους γιατρούς του πλοίου. Ο κανονισμός δεν εφαρμόσθηκε ποτέ. Η καθημερινή επιθεώρηση επιβεβαιώνονταν από ειδικές κάρτες που έπρεπε να τρυπηθούν από τον εποπτεύοντα γιατρό. Συνήθως όμως, τις κάρτες τρυπούσε έξι-επτά φορές σε κάθε επίσκεψη, κάποιος «εξυπηρετικός θαλαμηπόλος», γα να μη στέκονται όλοι οι μετανάστες κάθε φορά στην ουρά, πράγμα που βόλευε τόσο τους ίδιους όσο και τους γιατρούς.
 Σε κάθε επιβάτη δινόταν με την επιβίβασή του στο πλοίο ένα κουτάλι, ένα πιρούνι και μία τενεκεδένια καραβάνα. Όταν αναγγελλόταν το πρωινό, συνήθως στις επτά παρά τέταρτο, όλοι στριμώχνονταν στο χώρο της διανομής καθώς δεν υπήρχε ειδική τραπεζαρία παρά μονάχα ένας χώρος σε κάποια άκρη με λίγα τραπέζια και μερικούς πάγκους, όπου συνήθως κάθονταν οι γυναίκες και τα παιδιά.
 Οι άνδρες έπρεπε να περάσουν από τους πάγκους του σερβιρίσματος, κρατώντας τις καραβάνες και μετά να βρουν κάποιο χώρο για να φάνε ή να βγουν στο ανοιχτό κατάστρωμα. Οι γυναίκες - επιβάτες τότε βρίσκανε την ευκαιρία να ντυθούν, καθώς άδειαζαν τα διαμερίσματα πριν από το πρωινό, με αποτέλεσμα να φθάνουν αργά ή να μην προλαβαίνουν καθόλου τη διανομή. Στις ρεκλάμες των πρακτορείων που εκδίδανε τα εισιτήρια, το φαγητό περιγραφόταν ως υγιεινό και θρεπτικό. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν τόσο κακομαγειρεμένο που σχεδόν δεν τρωγόταν. Συνήθως το μισό φαγητό που ετοιμαζόταν για τους μετανάστες κατέληγε τροφή για τα ψάρια του ωκεανού. Οι επιβάτες μπορούσαν να αγοράσουν από την καντίνα του θαλαμηπόλου κάτι γα να συμπληρώσουν το φαγητό τους, πράγμα που έκανε την ποιότητα του φαγητού χειρότερη, προκειμένου να αυξηθεί ο τζίρος της καντίνας.
 Μοναδική εξαίρεση σε ολόκληρο το ταξίδι, αποτελούσε το τελευταίο, πριν από την άφιξη δείπνο, που μπορούσε να περιλαμβάνει λιχουδιές όπως ... τηγανητές πατάτες. Το αποχαιρετιστήριο αυτό δείπνο σκοπό είχε να δώσει έναν τόνο ευχαρίστησης στην αυριανή άφιξη και επιθεώρηση από τις υγειονομικές αρχές ( ό.π., σ. 14-19). 

Το πλήθος των μεταναστών κυρίως ταξίδευε τρίτη θέση, 
που σήμαινε στοιβαγμένο σαν εμπόρευμα στο κατάστρωμα και τ΄ αμπάρια.
Ορισμένες φωτογραφίες μιλούν εύγλωττα για τις άθλιες συνθήκες της μεταφοράς.

Όμως, ας παρακολουθήσουμε καλύτερα τον Α. Κορδοπάτη, πώς περιγράφει το ταξίδι με την περίφημη Αυστροαμερικάνα.
 «Τρεις μέρες προχωρήσαμε, την Τρίτη νύχτα μεσάνυχτα, το πλοίο χάλασε, χωρίς να καταλάβουμε τίποτα εμείς. Μονάχα οι πλοίαρχοι και οι μηχανικοί το ήξεραν και αντί για μπρος γύριζε πίσω. Το διόρθωσαν και άρχισε πάλι να πηγαίνει, αλλά ψεύτικο διόρθωμα, έκανε μονάχα οκτώ μίλια.
 Δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο Αυστροαμερικάνα. Έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πιάναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή. Όταν ο καιρός ήταν μαύρος, φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Για φαγητό έσφαζαν και μας έδιναν κάτι παλιάλογα. Καμιά εβδομάδα τη βγάλαμε μ΄ αυτά που είχαμε ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε. Μας έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες τις πετάγαμε.
Ζούσαμε μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα και από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα. Κάθονταν όρθιες στα πανωφόρια των επιβατών, άσπρες με ουρά.
 Σε λίγες μέρες με την αργοπορία του πλοίου, το νερό λιγόστεψε. Τρεις χιλιάδες κόσμος που ήμασταν μέσα διψάσαμε. Μαζευόμασταν μυρμήγκια με τις βίκες μπροστά στα ντεπόζιτα και κει γινόταν χαλασμός».

 Η Ανδρονίκη Τσιστίνα, 85, που έφυγε από την Ελλάδα με το τελευταίο πλοίο το 1916 στη διάρκεια του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου λέει: «Δεκαεφτά νέες κοπέλες κάναμε το δύσκολο ταξίδι από την Καστοριά στον Πειραιά, εν μέρει με τα πόδια, όπου και περιμέναμε δεκαεπτά ημέρες για το πλοίο. Σ΄ αυτό το διάστημα τα παπούτσια μου έλιωσαν και ήμουν με γυμνά πόδια. Το ταξίδι με το πλοίο κράτησε 3 εβδομάδες και ήταν φριχτό. ΄Ήμασταν στοιβαγμένοι στα αμπάρια. Ήμουν γεμάτη ψείρες. Υπήρχε πολύς θόρυβος και ο αέρας ήταν αποπνικτικός γιατί σχεδόν όλοι έκαναν εμετό εξαιτίας της ναυτίας.
Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι αδερφές μου στην Ν. Υόρκη ήταν να με πάνε σε ένα δημόσιο λουτρό να με καθαρίσουν. Ήμουν ακόμη χωρίς παπούτσια» (Papaioannou, 1985: 55).