Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Μετανάστης στην Αυστραλία


 Μετανάστης στην Αυστραλία

   
Ήταν κάποτε μια εποχή που υπήρχε μόνο το ραδιόφωνο. Η ασπρόμαυρη τηλεόραση δεν θα αργούσε για πολύ ακόμα. Τα ταξίδια δεν ήταν δυνατά για τους πολλούς. Τα μέρη μακρινά, τα μέσα αργά, τα χρήματα λίγα, οι διαδικασίες πολλές. Θεωρήσεις, συνάλλαγμα, χαρτιά, αναμονές. Ο θείος μου έφυγε Αυστραλία. Έκανε τριανταοκτώ μέρες για να φτάσει εκεί με το υπερωκεάνιο "Πατρίς". Το καράβι φίσκα γεμάτο. Το ταξίδι δεν ήθελε να το θυμάται, επειδή συνέχεια είχε τρικυμία και αυτός ήταν γεωργός. Τον έπιανε δηλαδή η θάλασσα.
  
 
  
  
Το ταξίδι κόστιζε μια περιουσία. Ο θείος μου δεν είχε. Γονείς, συγγενείς, ο πατέρας μου βοήθησαν για να μαζευτεί το ποσό. Το δυσκολότερο ήταν το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Χωρίς αυτό μετανάστευση γιοκ. Κάποιος, κάπου τον είδε, σε εκδήλωση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, και χαρακτηρίστηκε συμπαθών. Ο θείος μου καμιά σχέση, έτσι έλεγαν οι συγγενείς. Ποιος ξέρει πως βρέθηκε εκεί, ποτέ δεν μας είπε. Φυσικά φίλησαν κατουρημένες ποδιές για να πάρουν το πιστοποιητικό.
  

 

Μετά ήταν οι ιατρικές εξετάσεις. Θα τις περνούσε; Περιπτώσεις νέων μεταναστών που κοβόντουσαν από τις ιατρικές επιτροπές υπήρχαν πολλές. Παραδείγματος χάριν λόγω φυματίωσης ή ελονοσίας που τότε ενδημούσαν. Και στο χωριό του θείου μου με τα πολλά στάσιμα νερά και τα ριζοχώραφα, η ελονοσία όχι απλώς ενδημούσε, αλλά είχε το θρόνο της.
 
 
Η αγωνία του θα φτάσει στο κατακόρυφο. Τελικά όλα θα πάνε καλά και θα φύγει. Το ταξίδι, όπως είπαμε, δεν ήθελε να το θυμάται. Φθάνει στη Μελβούρνη. Εκεί θα εγκλειστεί μαζί με τους άλλους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών μέχρι να τελειώσουν όλες οι διατυπώσεις και η καραντίνα (Bonegilla Migrant Reception andTraining Centre). Εκεί έκλειναν όλες τις φυλές μαζί για να συνηθίσει η μία την άλλη. Ο κόσμος άγνωστος, η γλώσσα στην αρχή του φάνηκε σαν κινέζικα. Δυσκολεύθηκε να την μάθει. Και, όταν την μιλούσε, πολύ αργότερα, πρόφερνε τις λέξεις με μια ακατανόητη βαριά αυστραλέζικη προφορά.
 
 
Η χώρα, το ξέρετε, ήπειρος. Τεράστια. Ο θείος μου φοβόταν τις μακρινές αποστάσεις, έτσι δεν το κούνησε καθόλου από τη Μελβούρνη. Ασχολήθηκε με πολλές δουλειές. Δούλεψε σε εργοστάσια, σε super market, εργάτης γης, ως μπογιατζής, ως ταπετσιέρης, για να καταλήξει να έχει δικό του βενζινάδικο για πολλά χρόνια. Στο βενζινάδικό του δούλευε δώδεκα ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα.
Παντρεύτηκε. Έκανε δύο παιδιά. Κορίτσια. Στα τόσα χρόνια δεν είδαμε, εμείς, τα ανίψια του κανένα δώρο. Μόνο μια φορά, έστειλε ένα πικάπ έπιπλο σε ένα μου ξάδελφο. Αυτό μόνο. Κάθε φορά που  το βλέπαμε, το θαυμάζαμε με το στόμα ανοιχτό. Α, ρε, Αυστραλία, τι βγάζεις! Τα τελευταία χρόνια ερχόταν σχεδόν κάθε δύο χρόνια στην Ελλάδα. Το έπαιζε κάπως σαν πλούσιος σε μας τους φτωχούς. Έβγαζε και μας έδειχνε κάτι φθαρμένα αυστραλέζικα μονοδόλλαρα. Μιλούσε πάντα με θαυμασμό για την Αυστραλία. Εκεί αυτό, εκεί εκείνο.
  
  
Όταν τα κορίτσια του μεγάλωσαν, ήρθε μόνιμα στην Ελλάδα. Δεν ήθελε τα κορίτσια του να παντρευτούν ξένους. Πούλησε εκεί ότι είχε και δεν είχε και αγόρασε εδώ στην πόλη ένα μικρό σπίτι και μισή άδεια ταξί. Αυτό ήταν ότι κατάφερε με τις οικονομίες του.
Τα κορίτσια του, παντρεμένες ώριμες γυναίκες τώρα πια, με μεγάλα παιδιά, σκέφτονται να επιστρέψουν μετά από τόσα χρόνια στην Αυστραλία. Τι γνώμη έχω για την κατάσταση, να ξαναπάω στην Αυστραλία, με ρώτησε φέτος στο πανηγύρι του χωριού, όπου βρεθήκαμε όλοι οικογενειακώς. Τον αντιρώτησα αν άκουσε ποτέ ή και γνώρισε τον έλληνα μετανάστη της Μελβούρνης, Alick Jackomos, εθνικό ήρωα της Αυστραλίας και τιμημένο με την ανώτατη διάκρισή της "A man of all tribes" που πάει να πει κάτι σαν Δίκαιος όλων των φυλών. Ποιος είναι αυτός, δεν τον ξέρω απάντησε ξερά, και σιωπήσαμε αμφότεροι.
 
 
Τον είδα πάλι πρόσφατα. Κοιμόταν στη στάση των ταξί γερμένος με το κεφάλι πλάγια στο τιμόνι. Γερασμένος πολύ. Το ραδιόφωνο ανοιχτό, έπαιζε σιγά τραγούδια του Καζαντζίδη. Τα βλέφαρά του πετάριζαν, όπως κοιμόταν, σαν να έβλεπε όνειρο. Τι να έβλεπε άραγε; Μήπως εκείνο το μακρινό ταξίδι με το καράβι;

http://anagnostikon.blogspot.gr/2012/03/84.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου