Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Προγραμμα eTwinning


Η κοινότητα για τα σχολεία της Ευρώπης
Η ελεύθερη και ασφαλής πλατφόρμα για εκπαιδευτικούς, για να συνδεθούν, να αναπτύξουν συνεργατικά έργα και να μοιραστούν ιδέες στην Ευρώπη
199142 Καθηγητές · 27613 Έργα · 104255 Σχολεία






Τα Πακέτα eTwinning παρέχουν μία βάση στους καθηγητές, που αναζητούν συγκεκριμένες ιδέες για το πώς να εφαρμόσουν ένα Ευρωπαϊκό έργο συνεργασίας. Κάθε πακέτο σχετίζεται με ένα θέμα και δίνει πληροφορίες για την ομάδα στην οποία απευθύνεται, για τους στόχους και την παιδαγωγική αξία των δραστηριοτήτων. Τα πακέτα μπορούν να χρησιμοποιηθούν όπως έχουν ή να προσαρμοστούν στο διδακτικό σας πλαίσιο.
Οι μαθητές έρχονται σε επαφή με το θέμα στο σπίτι, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση καθώς επίσης και με τους φίλους τους. Δυστυχώς, η κάλυψη του θέματος βασίζεται συχνά και κάποιες φορές εσκεμμένα στην παρεξήγηση, στην παραπληροφόρηση, και στην απουσία των γεγονότων. Δεν είναι πάντα εύκολο για τους καθηγητές να διαλύσουν αυτούς τους μύθους και ελπίζουμε ότι αυτό το έργο θα προσφέρει ένα χρήσιμο συμπλήρωμα σε κάποιους τομείς μαθημάτων όπως η διδασκαλία της ιστορίας, των κοινωνικών επιστημών και της ιθαγένειας. Το έργο περιλαμβάνει την πρόσκληση ενός δικτύου τάξεων από τόσα σχολεία όσα χρειάζονται για να μελετήσουν μαζί τη μετανάστευση ανθρώπων που άφησαν τη γενέτειρά τους και ταξίδεψαν σε άλλα μέρη της χώρας τους ή στο εξωτερικό για πολλούς διαφορετικούς λόγους, ώστε να κατανοήσουν καλύτερα τους λόγους της μετανάστευσης και της επίπτωσής της στην κοινωνία.
Παραδειγμα απο το "πακετο" μεταναστευση

Πώς φτάσαμε έως εδώ; Ιστορίες Μετανάστευσης

Kit Picture
Ένα από τα μεγαλύτερα θέματα συζήτησης της σύγχρονης κοινωνίας είναι το ζήτημα της μετανάστευσης. Κάποιοι το αντιμετωπίζουν σαν ένα υγιές κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο επιτρέπει τον εμπλουτισμό μέσω της αλλαγής, ενώ από άλλους χρησιμοποιείται ως πρόφαση για διαμάχη με διάχυτη την αίσθηση του ρατσισμού, και άλλες ακραίες θέσεις.

Για πληροφοριες δειτε εδω: http://www.etwinning.net/el/pub/index.htm

Λουκά Μαντινείας: Συμβολή στην ιστορία της μετανάστευσης




 Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΡΚΑΔΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ McGILL ΤΗΣ ΝΕΒΑΔΑ-Η.Π.Α.1917-18
Τοῦ Παναγιώτη Ἰω. Σμυρνιώτη
            Ἀνέκαθεν μοῦ κέντριζε τό ἐνδιαφέρον καί μέ συγκινοῦσε ἡ ἱστορία τῆς μετανάστευσης, τῆς μετακίνησης τῶν ἀνθρώπων σέ νέους τόπους καί νέες πατρίδες μέ σκοπό τήν ἐπιβίωση καί τήν ἐλπίδα γιά ἕνα καλύτερο αὔριο. Ἰδιαίτερα δέ, ὅταν αὐτές οἱ μετακινήσεις πραγματοποιοῦνταν σέ ὑπερατλαντικές καί μακρινές χῶρες, σέ χρόνια πού τά ταξίδια κρατοῦσαν πάρα πολλές μέρες καί δέν ὑπῆρχε οὐσιαστικά καμία πληροφόρηση γιά τίς συνθῆκες πού θά συναντοῦσαν στήν ξενιτιά.
            Ἀφορμή γιά νά ἀσχοληθῶ μέ τήν παροῦσα ἔρευνα στάθηκε ἡ ὕπαρξη ἑνός «διαβατηρίου» τοῦ παπποῦ μου, Σμυρνιώτη Παναγιώτη, μέ καταγωγή ἀπό τό χωριό Λουκᾶ, τό ὁποῖο εἶχε ἐκδοθῆ στό Ἑλληνικό Προξενείο τοῦ Σώλτ Λέικ (Salt Lake) τῆς Γιοῦτα στίς 8 Ὀκτωβρίου 1918. Φέρει τήν ὑπογραφή τοῦ Πρόξενου Γρηγ. Ἀθ. Παπαηλίου καί ἀναφέρει ὅτι σκοπός τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τοῦ παπποῦ μου ἦταν νά ὑπηρετήσῃ στόν Ἑλληνικό Στρατό.
            Στό ἔντυπο αὐτό παρέχονταν οἱ συνηθισμένες πληροφορίες γιά τά σωματικά χαρακτηριστικά καί τά χαρακτηριστικά τοῦ προσώπου, καθώς καί τό ὅτι ὁ τόπος διαμονῆς καί ἐργασίας ἦταν ἡ πόλη Μακ Γκιλ (McGill) τῆς πολιτείας τῆς Νεβάδα. Ὁ ἀνεξάντλητος χῶρος τοῦ Διαδυκτίου μέ βοήθησε νά κάνω κάποιες ἐνδιαφέρουσες ἀνακαλύψεις, οἱ ὁποῖες παρατίθενται παρακάτω.

«Είμαστε οι νέοι Ελληνες μετανάστες, αυτή είναι η ιστορία μας»


Εφυγε από την Ελλάδα τον Οκτώβριο του ’09, όταν ακόμα «λεφτά υπήρχαν και η δημοκρατία δεν γνώριζε αδιέξοδα».
Της Λίνας Γιάνναρου

Ο Νίκος Σταμπουλόπουλος.
Το Αμστερνταμ ήταν το κατάλληλο πολυπολιτισμικό περιβάλλον που αναζητούσε για την όξυνση της σκηνοθετικής του ματιάς –ασχολείται με το ντοκιμαντέρ–, ο ορίζοντάς του ήταν ανοιχτός. Φυσικά, δεν γνώριζε ότι η Ελλάδα θα τον ακολουθούσε κατά πόδας, ότι θα όριζε με αναπάντεχο τρόπο ξανά τη ζωή του.
Για δείτε το ντοκιμαντέρ, κάντε κλικ εδώ
«Στην Ολλανδία γνώρισα πολλούς Ελληνες που είχαν πάει εκεί για σπουδές και αποφάσισαν να μείνουν», λέει στην «Κ» ο Νίκος Σταμπουλόπουλος. «Από το 2010, τα πράγματα άλλαξαν. Αρχισαν να φτάνουν καραβιές από Ελληνες, κυρίως νέα παιδιά που αναζητούσαν διέξοδο από την κρίση. Αντιλήφθηκα ότι πρόκειται για ιστορική στιγμή. Ημουν μάρτυρας ενός νέου κύματος μετανάστευσης των Ελλήνων, το οποίο έπρεπε να καταγραφεί».
Ετσι γεννήθηκε το newdiaspora.com. Πρόκειται για ένα «ζωντανό» πείραμα, ένα πρότζεκτ στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται μια σειρά διαδικτυακών ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του ίδιου για τους νέους Ελληνες μετανάστες. Πρόκειται επίσης και για μια διαδικτυακή πλατφόρμα, όπου Ελληνες που ζουν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης έχουν τη δυνατότητα να πουν τη δική τους πλευρά της ιστορίας, μια συμμετοχική απόπειρα επαναπροσδιορισμού της συλλογικής μας ταυτότητας.
«Σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για μαζικό κύμα μετανάστευσης μορφωμένων Ελλήνων, μια άνευ προηγουμένου διαρροή δυναμικού που, εάν μπορούσαν, θα ζούσαν και θα μεγαλουργούσαν στην Ελλάδα, προσφέροντας έργο. Εχουν κοφτερά μυαλά, αλλά δεν έχουν “πλάτες”», λέει ο κ. Σταμπουλόπουλος. «Ομως, ο νέος Ελληνας μετανάστης δεν είναι ένας. Δεν έχουμε πια τους κλασικούς expats, τους ανθρώπους με τα πολλά προσόντα που κάποτε “χτυπούσαν” τα καλά πόστα. Ερχονται άνθρωποι με προσόντα μεν, αλλά που μπορεί να καταλήγουν σερβιτόροι, άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας, ολόκληρες οικογένειες που ξεριζώνονται. Για άλλους είναι μια συνειδητή επιλογή, για άλλους ανάγκη».

Καθεμία από τις ιστορίες, μοναδική. Η 21χρονη Χριστίνα εδώ και δύο μήνες ζει στο Ρότερνταμ. «Η αλήθεια είναι ότι βιάστηκα να φύγω από την Ελλάδα», γράφει στο newdiaspora.com. «Την αγαπώ, αλλά πλέον με φοβίζει. “Η Ελλάδα δεν έχει να ταΐσει τα παιδιά της πια”, είπε ο παππούς μου όταν τον επισκέφτηκα λίγες μέρες πριν από την αναχώρησή μου για τη βόρεια Ευρώπη. Εδώ είμαι λοιπόν. Σε λίγο τελειώνει η περίοδος της πρακτικής μου και ελπίζω, επίσημα πλέον, να βρω κι εγώ μια θέση στον χώρο του design. Ελπίζοντας πάντα η Ελλάδα να ανακάμψει και να επιστρέψουμε στα σπίτια μας. Μου λείπουν ο ήλιος, η αθηναϊκή τρέλα, οι νύχτες στο κέντρο της πόλης, το “βρώμικο” στη Μαβίλη, οι εξομολογήσεις στον λόφο του Λυκαβηττού, η Πλάκα, οι οικογένεια, οι φίλοι…».
Η συνονόματή της Χριστίνα από τις Βρυξέλλες, όπου ζει κι εργάζεται, εκφράζει το παράπονό της: «Πώς είναι δυνατόν να φταίνε οι νέοι άνθρωποι για όσα σχεδίασαν οι προηγούμενες γενιές; Οι περισσότεροι Ελληνες που γνωρίζω είναι τίμιοι, ταλαντούχοι, πολιτισμένοι και δουλεύουν σκληρά, με αγάπη για τη ζωή και σεβασμό για άλλους πολιτισμούς και ευχαρίστως θα έμεναν στη χώρα τους χωρίς να ενοχλούν κανέναν, αν μπορούσαν!».
Οσο συγκεντρώνεται το υλικό, το θέμα αποκτά νέες διαστάσεις. «Μην ξεχνάμε ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι πρωτοφανές διεθνώς», λέει ο κ. Σταμπουλόπουλος. «Είναι η πρώτη φορά που έχουμε μια τόσο έντονη μετανάστευση εντός των συνόρων μιας οικονομικά ανεπτυγμένης ζώνης, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση. Πρόκειται για μια εσωτερική μετανάστευση με έναν τρόπο».

Επικοινωνία, ενημέρωση
Οι διαφορές με το προηγούμενο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα είναι αρκετές. Με πρώτη και κύρια τις δυνατότητες που παρέχουν σήμερα τα νέα μέσα. «Εκτός από επικοινωνία, το Ιντερνετ μας προσφέρει και άμεση ενημέρωση σε πραγματικό χρόνο για τα γεγονότα στην Ελλάδα, τη δυνατότητα της παρέμβασης, του σχολιασμού. Ξέρετε, είναι πολύ περίεργη η αίσθηση του Ελληνα του εξωτερικού, ο οποίος γύρω του βλέπει ευημερία, αλλά παρακολουθεί τερατώδη πράγματα να συμβαίνουν στη χώρα του. Είναι πολύ δύσκολο να κρατήσεις ισορροπία. Ζούμε έξω και πονάμε για μέσα», καταλήγει ο Νίκος Σταμπουλόπουλος.

Προκειμένου το πρότζεκτ να διατηρήσει την ανεξαρτησία του, οι συντελεστές ζητούν από τους φίλους τους να τους ενισχύσουν με τη μέθοδο της μικροχρηματοδότησης.Στοindiegogo.com/projects/new-diaspora, ο καθένας μπορεί να προσφέρει ό,τι ποσό επιθυμεί ώστε το ζωντανό ντοκιμαντέρ της Νέας Διασποράς να συνεχιστεί.

Ιστοριες μεταναστων.


ιστορίες των αλλεπάλληλων μετακινήσεων που διαμορφώνουν την ιστορία της χώρας, καθώς και τις γειτνιάσεις, τις συναντήσεις και τους κοινούς βηματισμούς διαφορετικών ανθρώπων
Τα χέρια του κινούνται αριστοτεχνικά πάνω στα αναμμένα κάρβουνα. Η ίδια τελετουργία κάθε βράδυ από τις πέντε και μετά, και για όσο πάρει. Οι σκουρόχρωμοι τοίχοι γύρω είναι στολισμένοι με λιγοστά κειμήλια από τον τόπο του. Κάθε τόσο, η πόρτα ανοίγει. Δε μπαίνουν μόνο πελάτες, μερικοί είναι γείτονες ή περαστικοί. Σταματούν να πουν μια καλησπέρα. Όπως η κυρία Ελένη, Ελληνίδα γεννημένη στο Σουδάν, που μένει στη διπλανή πολυκατοικία: "Τα δικά μου παιδιά φύγανε, μένουν στα Βριλήσσια, μήπως τα βλέπω καθόλου; Όλη μέρα κάθομαι μόνη μου, παρέα με την τηλεόραση, ευτυχώς που είναι και τούτοι οι άνθρωποι εδώ, και έρχομαι και λέω μια κουβέντα."
Οι περισσότεροι θαμώνες γνωρίζονται πια μεταξύ τους. Οι νοστιμιές που φτιάχνει ο Σινάν έχουν αποκτήσει φήμη, τα υλικά είναι πάντα φρέσκα και καλοδιαλεγμένα, ζυμωμένα στο χέρι και μαγειρεμένα με τις συνταγές που έφερε μαζί του από παλιά βιβλία της πατρίδας του, από τη μητέρα του, τις θείες και τις γιαγιάδες του. Η μαστοριά του όμως είναι στο ψήσιμο. Το κρέας κόβεται όπως πρέπει για να μην σκληρύνουν οι ίνες, μαρινάρεται, κι έπειτα παραδίνεται στη φωτιά. "Το χάρισμά μου εμένα ήτανε στα χέρια μου" λέει, "μόνο που αντί να χειρουργώ, όπως ήθελα, τώρα ψήνω... Με τα χέρια και το ένα, με τα χέρια και το άλλο."
Το χέρι που χτίζει
Όταν πρωτοέφυγε από το Ντιγιάρμπακιρ για την Ιστανμπούλ, "την Κωνσταντινούπολη δηλαδή" εξηγεί, ήταν για να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή. Μαζί με τις νέες γνώσεις, ήρθαν και οι νέες ιδέες, οι αγωνίες και οι αγώνες. Πριν ολοκληρωθούν οι σπουδές του, είχε εμπλακεί στον Κουρδικό αγώνα, είχε συλληφθεί, φυλακιστεί και βασανιστεί, είχε δραπετεύσει πηδώντας από το δεύτερο όροφο του αστυνομικού τμήματος, είχε περάσει στην παρανομία και είχε καταφέρει να φυγαδευθεί στην Ελλάδα, όπου πήρε πολιτικό άσυλο. Λίγο καιρό αργότερα, η γυναίκα του τον ακολούθησε. Στην Ελλάδα την φωνάζουν Ανθούλα, από το Τσιτσέκ, που σημαίνει "λουλούδι". Απέκτησαν δύο κόρες που τώρα έχουν ενηλικιωθεί, και έναν γιο. Κι όσο όλα τα υπόλοιπα με τον καιρό ξέφτιζαν, ο ένας έγινε για τον άλλο τα πάντα: πατρίδα, πίστη, οικογένεια, το διπλανό δάχτυλο στην ίδια χούφτα.
Τα παιδιά μπορεί να έφεραν ένα σωρό χαρές, αλλά έδιωξαν μακριά την ελπίδα του Σινάν να γίνει μια μέρα χειρούργος. Οι ανάγκες της επιβίωσης στον καινούριο τόπο πήραν τα ηνία. "Προσπάθησα τον πρώτο καιρό, αλλά μετά δε γινόταν εγώ να μελετάω και τα παιδιά να μην έχουν γάλα" λέει. "Τί πειράζει; Να είμαστε καλά, τα παιδιά να είναι γερά, και τα παιδιά όλου του κόσμου..." Σκύβει με χειρουργική προσήλωση πάνω στα φημισμένα του κεμπάπ, κρατώντας τη λαβίδα. Η παιδική σπίθα που ανάβει στα μάτια του σκεπάζεται κάθε τόσο από ένα σύννεφο μελαγχολίας. Δυσκολεύεται να μιλήσει. Έτσι είναι η ζωή. Καμιά φορά έρχεται αλλιώς.
Ο κ. Ισίδωρος μπαίνει πάνω στην ώρα. "Εγώ να σου πω για τον Σινάν και την Ανθούλα. Ξέρεις τί θα πει καρδιά-χρυσάφι; Αυτό είναι. Περνάω κάθε τόσο να κουβεντιάσουμε, τα λέμε μεταξύ μας στα τούρκικα..." Γεννημένος και μεγαλωμένος στην πόλη που ο Σινάν εγκατέλειψε, ήρθε κι αυτός στην Ελλάδα διωγμένος. Άλλη εποχή, για διαφορετικούς λόγους, αλλιώτικες συνθήκες: "θυμάμαι τα σπασμένα τζάμια παντού, τα μαγαζιά ρημαγμένα, σκληρά πράματα..." Οι ξεριζωμοί έχουν όλοι θαμμένες μνήμες, πόνο και νοσταλγία. Έχουν - ευτυχώς - και παρόμοια αντίδοτα: κυρίως ελπίδα (που δε σβήνει, ακόμα κι όταν δεν καταφέρνει να στεριώσει) και συντροφικότητα (έστω και προσωρινή, ή κατά συνθήκη). Και γέλιο, μπορεί πικρό, αλλά σωτήριο. Και άλλα πολλά, που ακόμα κι αν δεν είναι κατανοητά από τους άλλους, τα ξέρουν αυτοί μεταξύ τους. Όχι από ιδεολογική σύγκλιση αλλά μέσα στη ροή της καθημερινότητας. Εκεί που τα βήματα τους συναντιούνται, και η ζωή του καθενός υφαίνεται μέσα στη ζωή του άλλου.
Η φασαρία από το δρόμο ακούστηκε λίγο μετά. Πετάχτηκαν όλοι έξω να δουν τι γίνεται. "Δεν είναι πρώτη φορά" λέει μουδιασμένη η Ανθούλα. "Τις προάλλες κάποιος πέταξε μια πέτρα και μας έσπασε το τζάμι... Ποιός ξέρει τί θα γίνει;"
Το χέρι που γκρεμίζει
Εκείνη τη φορά ήταν τελικά χούλιγκανς. Οι μεγάλες ομάδες της πόλης συνέχιζαν τον αγώνα έξω από τα γήπεδα. Από εκείνο το βράδυ πάει τώρα πάνω από χρόνος. Κανείς δεν φανταζόταν τί θα ακολουθήσει. Ήδη είχε αρχίσει να εκτυλίσσεται ο ιδιότυπος πόλεμος μιας νεφελώδους "εθνικής" κυριαρχίας, χωρίς μπάλες πια και ποδοσφαιρικά σύμβολα. Εξέλιξη του προηγούμενου, απόσχιση, παραφυάδα ή κάτι καινούριο, με χαρακτηριστικά εντελώς διαφοροποιημένα; Η βία, αν μη τί άλλο, ανοίγει δρόμους. Επίσης, απαντιέται με βία. Και μετά τί; Τί γίνεται όταν ο δρόμος της διχόνοιας ανοίγει εκεί που κλείνει ένας δρόμος συνύπαρξης;
Εκεί ακριβώς που συναντιούνται τα βήματα διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, χάθηκε ίσως η σημαντικότερη ευκαιρία. Όταν δεν αναδείχθηκε επαρκώς η σημασία των διασταυρούμενων μονοπατιών του Σινάν και του Ισίδωρου. Της Τσιτσέκ και της Ελένης. Και μαζί τόσων άλλων Ελλήνων της διασποράς, της προσφυγιάς και των ξεριζωμών, με αυτά των σημερινών μεταναστών και προσφύγων. Όταν οι ιστορίες τους δεν συνδέθηκαν ξεκάθαρα στη συνείδησή μας. Όταν δε βάλαμε τη μια δίπλα στην άλλη. Όταν δεν δημιουργήθηκε μια "αλυσίδα αλληλεγγύης" ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους πρόσφυγες, παρά τον διαφορετικό εννοιολογικό ορισμό τότε και τώρα. Όταν δεν φωτίστηκαν τα κοινά βιώματα ανάμεσα στις διαδρομές της δικής μας, παγκόσμιας διασποράς, και των ανθρώπων που βρέθηκαν να ζουν στην Ελλάδα μαζί μας. Όταν δεν ενισχύθηκε η ζωτικότητα του ιστού που υφαίνεται όχι μόνο ανάμεσα στις διαφορετικές - αλλά και τόσο όμοιες - ιστορίες που ο καθένας κουβαλάει, αλλά και στα καθημερινά βιώματα. Όταν δεν προωθήθηκε η ουσιαστική ένταξη όσων επιδιώκουν τη νομιμότητα και την προκοπή, σε μια κοινωνία-κυψέλη δημιουργικότητας και συνύπαρξης. Όταν η κοινωνική συνοχή έμεινε στις εξαγγελίες και τα σχέδια δράσης των εκάστοτε πολιτικών χωρίς πολιτική.
Εκεί που δεν μπήκε η κόλλα που στερεοποιεί τον ιστό μιας κοινωνίας, φύτρωσε ο φόβος. Όχι πάντα δικαιολογημένος, ούτε πάντα αδικαιολόγητος, αλλά συχνά από άγνοια. Κι απ´την απέναντι όχθη ήρθαν οι εύκολοι αφορισμοί, και κάπως έτσι σιγά σιγά, βρεθήκαμε εν θερμώ να παίρνουμε πλευρές, και να κοιταζόμαστε καχύποπτα μεταξύ μας. Τα αυγά του φιδιού άλλωστε, δεν επωάζονται μόνο σε σκοτεινά υπόγεια με ναζιστικά σύμβολα, αλλά και μέσα στην αδιαφορία. Όχι μόνο των απλών πολιτών αλλά και της ίδιας της πολιτείας, των αμέτρητων πολιτιστικών και μορφωτικών ιδρυμάτων, οργανώσεων, φορέων και ινστιτούτων, καθώς και όσων είδαν τη "μετανάστευση" σαν αφορμή για ημερίδες, φεστιβάλ και συνέδρια και όχι σαν πρόκληση για το μέλλον και ευκαιρία να αναλογιστούμε ποιοί είμαστε, τί θέλουμε και σε τί κοινωνία επιθυμούμε να ζούμε.
Ακόμη κι αν μας "ξενίζει" ο όρος μετά-μετανάστες, ή η φράση "είμαστε όλοι μετανάστες", όλοι έχουμε στις οικογενειακές μας ιστορίες διαδρομές περίπλοκες. Ποιό σπίτι δεν έχει μέσα στο σεντούκι του μια δική του ιστορία μετακίνησης από έναν τόπο σ´έναν άλλο, έναν δικό του "στην ξενιτειά", ή έναν δικό του "ξένο"; Η ιστορία κάθε μακρινού "δικού" μας, ρίχνει διαφορετικό φως πάνω στον "άλλο" δίπλα μας. Σε ποιά τάξη άραγε την διδαχτήκαμε αυτή την ιστορία;
Αν την είχαμε, ίσως κατορθώναμε να αφουγκραστούμε την αντήχηση μιας ιστορίας περίπλοκης και ελικοειδούς, διάστικτης από μετακινήσεις από και προς την Ελλάδα, τότε και τώρα. Ίσως καταφέρναμε να αναστοχαστούμε και να δημιουργήσουμε ένα αλλιώτικο, συναρπαστικό αφήγημα που να περιλαμβάνει όλους εμάς αλλά και τους άλλους: την πλευρά των άλλων αλλά και τους δικούς μας "άλλους". Και πάνω του να οικοδομήσουμε μια κοινωνία που να προσβλέπει στη συμμετοχή και την ένταξη, και όχι στους διαχωρισμούς και τον αποκλεισμό. Ίσως έτσι να μη χρειαζόταν να διαστρεβλώνουμε τα ονόματα αρχαίων θεών βαφτίζοντας την δίωξη "φιλοξενία", ούτε να οπισθοδρομούμε στο νόμο για την ιθαγένεια και τα πολιτικά δικαιώματα των μεταναστών. Τί προστατεύουμε έτσι και σε τί βάζουμε φωτιά; Ποιό βλαστάρι κόβουμε και ποιό αφήνουμε να βλαστήσει; Ποιά κοινωνία οραματιζόμαστε και ποιά οικοδομούμε;
Το κλέος του παρελθόντος που πολλοί επικαλούνται, μετράει αμέτρητα κενά, ήττες, φευγιά, ξεριζωμούς, ιστορίες χιλιοειπωμένες και άλλες ανείπωτες. Σ´αυτά τα "κενά", στα ξέφωτα της ιστορίας, συναρθρώθηκαν μερικές από τις δομικές έννοιες του αξιακού μας συστήματος: ο μόχθος που χρειάζεται για να χτιστεί κάτι από την αρχή, η αγωνιστικότητα, το φιλότιμο και η αλληλεγγύη. (Όχι πάντα από μόνες τους, αλλά και σαν αντίδοτο στον εγωκεντρισμό, τη διαφθορά και τη διχόνοια...) Στις δύσκολες στιγμές της ανέχειας, της ξενιτειάς και των διωγμών βρίσκονταν - και επανεφευρίσκονταν - αυτά, και όχι στις άλλες, τις τρυφηλές, των παχιών αγελάδων. Άλλωστε η χώρα φτιάχτηκε όχι μόνο απ´αυτούς που έμειναν, αλλά και από αυτούς που έφυγαν και μόχθησαν μακριά, όπως και από αυτούς που ήρθαν. Και κυρίως από τους ισχυρούς δεσμούς που δημιουργούνται και ανατροφοδοτούνται μέρα με τη μέρα στους κοινούς βηματισμούς και στα μονοπάτια που διασταυρώνονται. Ίσως το κοινωνικό κεφάλαιο που βρίσκεται εκεί να είναι σημαντικότερο από τα ομογενειακά ομόλογα που κατά καιρούς προσμένουμε. Ίσως ακόμα και η ίδια η έννοια της ένταξης, να είναι κάτι που ο ελληνισμός βίωσε περισσότερο στην παγκόσμια διασπορά, ανάμεσα στους "άλλους", από ότι μέσα στην Ελλάδα, με τους "άλλους" ανάμεσα.
Οι καλύτερες στιγμές της ιστορίας μας, όπως και των περισσότερων λαών, ήταν πάντα με ανοιχτά - έστω και πληγωμένα - τα φτερά στον κόσμο, παρά μέσα σε κουκούλι απομόνωσης και αποστείρωσης. Στην οικουμενική διάσταση της διασποράς, και όχι στη μίζερη και άγονη εσωστρέφεια. Όταν ανοίγουμε νέους δρόμους μέσα κι έξω από τα σύνορά μας, και όχι όταν, αναπολώντας, περιφρουρούμε τα κεκτημένα μας.
Η ιστορία που επιλέγουμε να αφηγηθούμε συνδέεται άρρηκτα με το είδος της κοινωνίας που οικοδομούμε για να ζήσουμε. Το χέρι χτίζει και δημιουργεί, αλλά και το χέρι γκρεμίζει και καταστρέφει. Όπως λέει και ο Σινάν, με το χέρι και το ένα, με το χέρι και το άλλο.
*Η Ναντίνα Χριστοπούλου είναι ανθρωπολόγος και γεν. γραμματέας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες
(*Ο τίτλος προέρχεται από το κείμενο του Jorge Luis Borges: El jardín de senderos que se bifurcan, 1941. Ορισμένα από τα ονόματα που αναφέρονται είναι αλλαγμένα.)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Κεθεα: αφιερωμα στη μεταναστευση


Ποιοι είναι όλοι αυτοί οι Ασιάτες και Αφρικανοί, οι Ευρωπαίοι, οι Αμερικανοί και Αυστραλοί που ζουν μαζί μας; Πως και με ποιους τρόπους καταφέρνουν να το κάνουν αυτό? Πως φτάσαμε να συναντηθούμε όλοι σ’ αυτό το γεωγραφικό σημείο και για ποιους λόγους?  Ποιοι είναι αυτοί οι τόσο
διαφορετικοί αλλά και όμοιοι με μένα άνθρωποι γύρω μου, δίπλα μου? Γιατί όταν τους κοιτώ έχω την αίσθηση ότι γίνονται ο καθρέφτης μου;

Δεν είναι μια επιστημονική μελέτη αυτό που διαβάζετε, απλά ανοίξαμε τις αισθήσεις μας στους ανθρώπους που εδώ και χρόνια έχουμε αρχίσει να ζούμε μαζί τους. Κι αυτές, είναι μερικές από τις ερωτήσεις που μας κάνουν ακόμα ν’ αναζητούμε απαντήσεις στη «Σπείρα» της ανέλιξής μας.        
    Η ΟΜΑΔΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ


Η συνεχεια εδω:

https://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=34&cad=rja&ved=0CEMQFjADOB4&url=http%3A%2F%2Fwww.kethea.gr%2FPortals%2F0%2FUploads%2Fdocs%2FKETHEA%2520ARIADNI%2520Speira2.pdf&ei=Bf0pUeGfG8el0QWwwYGgAQ&usg=AFQjCNHQNMGmUkt8VGzVJrFPoU8RQa8gnw&sig2=7R-S9z_iwHLbBRqRuegyrA

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Eλληνική ιθαγένεια


"Ποιος θα ήθελε αυτόν τον μπόμπιρα στο περιθώριο;"
από την καμπάνια της Ελληνικής Ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου:
«Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ, έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια»

Δειτε τα εκπληκτικα βιντεο παρακατω!



Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/ FosPhotos
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εγκαινίασε την ενημερωτική της καμπάνια για το δικαίωμα των παιδιών μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα στην ελληνική ιθαγένεια, σε συνέντευξη Τύπου που πραγματοποιήθηκε στην Τεχνόπολη. Κεντρικό σύνθημα «Τα παιδιά των μεταναστών που έχουν φέρει τη ζωή τους εδώ έχουν δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια». Γράφει ο αντιπρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Δημήτρης Χριστόπουλος.
Καμία έννοια, και πρωτίστως έννοιες όπως ο λαός και το έθνος, δεν μπορεί να είναι στατική και αναλλοίωτη. Σε αυτό έγκειται σε τελευταία ανάλυση, και η δυναμική τους. Έννοιες που προσπαθούν να αιχμαλωτίσουν το χρόνο είναι καταδικασμένες σε μαρασμό. Η δυναμική του ελληνικού - όπως και κάθε - έθνους έγκειται στη διαρκώς ανατροφοδοτούμενη δυνατότητά να συμπεριλαμβάνει και να ενοποιεί ανθρώπους που έχουν ενώσει τη μοίρα τους συμβιώνοντας και δημιουργώντας από κοινού το βιωτικό τους πρόγραμμα. Αυτό είναι έθνος. Αυτό είναι η κληρονομιά της πολιτικής νεωτερικότητας που κρατάμε. Από την άλλη, υπάρχει στην κληρονομιά αυτή και η απειλή του ναζισμού που ξαναχτυπάει την πόρτα μας. 
Αυτή τη λειτουργία συμπερίληψης επιτελεί ένα σύγχρονο δίκαιο ιθαγένειας. 
Στη δεύτερη ήδη δεκαετία του 21ου αιώνα, το δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων προκλήσεων που επανασημασιοδοτούν το «ποιοι είμαστε» ως πολιτική κοινότητα.
Σε αυτές τις προκλήσεις επιχείρησε να απαντήσει ο Ν. 3838/2010. 
Από μόνο του το δίκαιο του αίματος δεν θα μπορούσε ποτέ να συμπεριλάβει νέους ανθρώπους στον ελληνικό λαό, όπως και σε κανέναν λαό, διότι είναι εξ ορισμού στατικό. Για το λόγο αυτό, στο σύγχρονο κόσμο προβλέπονται πάντα και άλλοι τρόποι κτήσης της ιθαγένειας που είτε προκύπτουν από τον τόπο γέννησης είτε από τον τόπο κοινωνικοποίησης και ανατροφής. Αυτό αφορά κατεξοχήν τη δεύτερη μεταναστευτική γενιά και δεν είναι τυχαίο πως από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15 (των κρατών δηλαδή που είναι κατεξοχήν δέκτες μεταναστευτικών ροών) μόνο η Ελλάδα δεν είχε κάποια πρόβλεψη στον Κώδικα Ιθαγένειας που να διαφοροποιεί τα παιδάκια μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ από τους γονείς τους που ήρθαν.
Η συγγραφέας Μαρία Παπαγιάννη μετέφερε την ιστορία του μικρού Γιάννη: «Η μαμά και ο μπαμπάς ήρθαν από μια μακρινή χώρα που τη λένε Πακιστάν. Την έχω δει στο χάρτη.  Μια παλάμη είναι, αλλά μη νομίζετε, κι η Ελλάδα μια παλάμη είναι».

video  http://youtu.be/odrrEZ4wd0k

Με τη μεταρρύθμιση του ν. 3838/2010, έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των παιδιών αυτών. Ακούω εσχάτως το επιχείρημα πως υπάρχουν δύο σχολές, επ'αυτούι: η πρώτη που βλέπει την ιθαγένεια σαν βραβείο στο τέλος του δρόμου της ένταξης και αυτή που τη βλέπει ως μέσο ένταξης. Όντως, υπάρχουν δύο σχολές πλην όμως καμία δεν αφορά τα ανήλικα. Και οι δύο αφορούν την πολιτογράφηση ενηλίκων. Τα παιδιά κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας «ρουφάνε» το πολιτισμικό περιβάλλον τους ενσωματώνοντας γρηγορότερα από τους ενήλικες τις παραστάσεις του. Αυτό είναι κοινός τόπος. Για το λόγο αυτό ο νομοθέτης στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης που δέχονται μετανάστες προσέχει να τα συμπεριλαμβάνει πιο γενναιόδωρα από τους γονείς τους στο λαό του κράτους που ζούνε. 
Ζούμε σε μια περίοδο οριακή για τη χώρα μας. Η συγκυρία μας δημιουργεί μια οξυμένη αίσθηση της σημασίας που έχει η πολιτική συμπερίληψη και η κοινωνική ενσωμάτωση, όπως και αντίστροφα, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η πολιτική περιχαράκωση των μεταναστών. Σε τελευταία ανάλυση, η πορεία προς την ενσωμάτωση ή προς τον αποκλεισμό δεν αφορά μόνο τους μετανάστες αλλά όλους μας. 
Είναι βαθιά πεποίθησή μας ότι κανόνες που εξασφαλίζουν την πρόσβαση στην ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών που έχουν στεριώσει στην Ελλάδα αποτελούν ένα σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της συγκρότησης μιας ασφαλούς και συνεκτικής πολιτικής κοινότητας. Μιας κοινότητας που συναπαρτίζεται από όλους τους ανθρώπους που έχουν μεταφέρει στη χώρα το κέντρο των βιοτικών τους σχέσεων, σχεδιάζουν το πρόγραμμα της ζωής τους στην ελληνική επικράτεια και τέλος, υπόκεινται στους νόμους της, στη δημιουργία των οποίων έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν. 
Αυτή είναι πολιτική διαφύλαξης της τόσο εύθραυστης κοινωνικής συνοχής σε καιρούς δύσκολους. Αυτή είναι( η) πραγματική ελληνική δημοκρατία. Αυτό είναι, σε τελευταία ανάλυση, το έθνος «σαν καθημερινό δημοψήφισμα». Ένα έθνος, δημιουργία της κοινής βούλησης και συνείδησης. Όχι έθνος φυλής, όπως το θέλουν οι εχθροί της δημοκρατίας. Δημοκρατικό και φιλελεύθερο. Ένα έθνος σύγχρονο. 
Ο Αντώνης Καφετζόπουλοςεπανέλαβε την πεποίθησή του ότι οι μετακινήσεις των ανθρώπων ήταν πάντα η κινητήριος δύναμη που κατάφερε να κάνει αυτόν τον πλανήτη, πλανήτη των ανθρώπων. 


Πριν δύο περίπου χρόνια ένας αθηναίος δικηγόρος και κάποια σωματεία προσέβαλαν τη συνταγματικότητα του νόμου για τους όρους κτήσης της ιθαγένειας από τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται ή ανατρέφονται στην Ελλάδα και τη συμμετοχή των μεταναστών στις τοπικές εκλογές. Στις 2 Δεκεμβρίου 2012 η υπόθεση δικάστηκε ενώπιον της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με εισήγηση του Δ' Τμήματος κατά την οποία η κτήση της ιθαγένειας με δήλωση για τη δεύτερη γενιά και για τα παιδιά που πάνε σχολείο στην Ελλάδα είναι αντισυνταγματική.
Σύμφωνα με το Δ' Τμήμα, τα παιδιά αυτά δεν μπορούν να είναι τμήμα του ελληνικού έθνους το οποίο αναπαράγεται ελέω δικαίου του αίματος και μόνο. Το περιεχόμενο της απόφασης διέρρευσε στον τύπο το Φθινόπωρο του 2012 και, όπως φαίνεται, επικυρώνει λίγο ως πολύ (πόσο, μένει να δούμε όπου να'ναι) το σκεπτικό της εισήγησης του Τμήματος. Με απροσχημάτιστη σπουδή μάλιστα ο - πρώην δικαστικός - αρμόδιος Υφυπουργός Εσωτερικών έστειλε εγκύκλιο με την οποία ζητάει την αναστολή των διαδικασιών του νόμου «εν όψει της έκδοσης της απόφασης», την οποία, παρά την κατακραυγή, δεν απέσυρε.
Οι δήμαρχοι των μεγαλυτέρων δήμων της χώρας του έστειλαν επιστολή με την οποία του επεσήμαναν το αυτονόητο ότι δηλαδή, «αναστολή δεν νοείται επί νόμων παρά μόνον επί διοικητικών πράξεων, και εκείνων μόνον αν έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση αναστολής» και πως θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν το νόμο. Ματαίως. Ο δικαστής διερωτήθηκε δημοσίως λίγες μέρες μετά: «οι άλλοι δήμαρχοι γιατί δεν υπέγραψαν;» βεβαιώνοντας πανηγυρικά έτσι τη δικαίωσή του. 
Η Κατεβάν Ντιναλισβίλι επισήμανε πως χάρη στους ανθρώπους που βλέπουν κάτι πέρα από τη γλώσσα κατάφερε να σταθεί στα πόδια της στη χώρα: «Η Ελλάδα είναι πλέον δική μου πατρίδα και, όταν μιλάω για εμάς, μιλάω πλέον και εσάς και εμένα μαζί». 


Ας είμαστε σαφείς: η διαρροή της απόφασης στον τύπο δεν περιποιεί τιμή στο ΣτΕ. Η εγκύκλιος του Αν. Υπεσ. που ζητά την αναστολή της εφαρμογής του 3838 εν όψει της επικείμενης δημοσίευσης της απόφασης είναι προφανής παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και θα έπρεπε να ανακληθεί. Όμως - και αυτό είναι σημαντικότερο - : το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν είναι ο μουφτής της ελληνικής κοινωνίας να επιβάλλει με την τήβεννο της συνταγματικότητας το ποιος είναι έλληνας πολίτης. Το ΣτΕ δεν είναι καν συνταγματικό δικαστήριο. Αποτελεί θεσμικό εκτροχιασμό, πολιτειακό ατόπημα το ότι έκρινε αντισυνταγματικό ένα νομοθέτημα για το οποίο αποφάσισε ο ελληνικός λαός δια των αντιπροσώπων του, καθιστώντας τις ιδεολογικο-πολιτικές προτιμήσεις της πλειοψηφίας του ως τις μόνες σύμφωνες με το σύνταγμα. Το ΣτΕ δεν είχε να πει ούτε αν είναι καλός ούτε αν είναι κακός ο 3838. Είχε να δηλώσει αναρμόδιο.
Για το θέμα έχει λόγο η εκάστοτε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτό είναι δημοκρατία. Το ελληνικό σύνταγμα λέει: Δεν είναι τυχαίο ότι σε ζητήματα κτήσης ιθαγένειας κανένα άλλο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο στην Ευρώπη δεν έχει έρθει σε τέτοια αντίθεση με τη νομοθετική επιταγή. Το «ποιος είναι λαός» είναι κατεξοχήν θέμα του λαού και των αντιπροσώπων του σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία και όχι των δικαστών του. 
Ο ηθοποιός Στέφανος Μουαγκιέ τόνισε πως δεν υπάρχουν ξένες ψυχές, υπάρχουν μόνο ψυχές που ξενίζουν.


Αυτό το λέει ρητά το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρο 4& 3): «Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος». Η διάταξη αυτή δεν είναι διόλου τυχαία, αλλά προϊόν ενός σοφού και έντιμου συμβιβασμού ήδη από την 1η Εθνοσυνέλευση το 1844. Μόνον αν ο νομοθέτης νομοθετούσε παραβιάζοντας ευθέως μη αναθεωρητέα συνταγματική διάταξη, αν έλεγε πχ. «την ελληνική ιθαγένεια μπορούν να αποκτούν μόνο λευκοί άνδρες», τότε το Συμβούλιο της Επικρατείας θα μπορούσε και θα όφειλε να πει πως η εν λόγω διάταξη παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας. 
Η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αναμένεται άμεσα, στις αρχές του 2013. Ενώπιον της έκδοσης της απόφασης αυτής αλλά και μετά τη δημοσίευσή της, πρέπει με κάθε τρόπο να δημιουργηθεί ένα κοινωνικό αντίβαρο. Πρέπει οι έλληνες πολίτες, οι αντίπαλοι του ρατσισμού που δηλητηριάζει τα θεμέλια της κοινωνίας μας, που θέλουμε τους ριζωμένους στη χώρα μετανάστες ενσωματωμένους και όχι στοιβαγμένους στα υπόγεια και αθέατους από την ελληνική έννομη τάξη να μιλήσουμε. 
Η ελληνική κοινωνία έχει (και) άλλο λόγο. 
Να πούμε ότι: 
ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ 
* ενσωματωμένα στην πολιτική κοινότητα μας και όχι περιχαρακωμένα στις εθνικές τους ομάδες 
* με ταυτότητα, κυριολεκτικά και μεταφορικά: με δελτίο ταυτότητας αλλά και ορατά στη δημόσια σφαίρα και όχι παιδιά από το πουθενά 
* να νιώθουν ότι δικαιούνται να ανήκουν στο ελληνικό έθνος. Διότι, πολλά από αυτά, άλλο έθνος δεν ξέρουν 
* να νιώθουν ασφάλεια στην Ελλάδα και όχι φόβο: ο φόβος είναι εχθρός της κοινωνικής συνοχής 
* ενταγμένα στην κοινωνία και όχι περιθωριοποιημένα και αποκλεισμένα 
* συμμέτοχα στην κοινή μοίρα των ελλήνων εργαζομένων, εφόσον και τα ίδια ή/και οι γονείς τους το επιθυμούν 
Για το λόγο αυτό θέλουμε παιδιά μεταναστών, τα οποία, εφόσον οι γονείς τους, έχουν ριζώσει στον τόπο αυτό, να δικαιούνται το κομμάτι που τους αναλογεί από το ανήκειν στον ελληνικό λαό. Θέλουμε δηλαδή, δικαιώματα, ειρήνη και κοινωνική ισορροπία για όλους τους ανθρώπους που ζουν σε αυτόν τον τόπο, επειδή ακριβώς ζούνε μαζί. Αν τα παιδιά των μεταναστών δεν μπορούν να ανήκουν στον ελληνικό λαό, (έχουμε σκεφτεί ,άραγε) πού θα ανήκουν; 
Ολα τα βιντεο εδω:




Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

"Σε βλέπουν σαν σκουπίδι"



Ο Σουλεϊμάν γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αφγανιστάν. Μετά από χιλιάδες μίλια περιπλάνησης και πολλές περιπέτειες, έφτασε στην Αθήνα την περίοδο των Ολυμπιακών. Σήμερα ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στον 13ο όροφο μιας πολυκατοικίας με θέα τον Λυκαβηττό και προσπαθεί να επιβιώσει σε μία αφιλόξενη πόλη.

Από ένα χωριό του Αφγανιστάν στο Ιράν. Και μετά ακολουθούν η Κωνσταντινούπολη, η Λέσβος, η Αθήνα, το Παρίσι και ξανά η Αθήνα. Αυτή είναι η ιστορία του Σουλεϊμάν που την διηγείται σαν να είναι παραμύθι που αφορά κάποιον άλλο. Και εμείς μένουμε έκπληκτοι από πόσες ταλαιπωρίες αντέχει να περάσει ένας άνθρωπος με μόνη συντροφιά την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. «Γεννήθηκα σ’ενα χωριό του Αφγανιστάν το 1986. Στο Αφγανιστάν υπάρχουν διαμάχες ανάμεσα σε χωριά και φυλές, οπότε όταν ήμουν 1 έτους ο πατέρας μου, για να μας προστατέψει, μας πήγε να ζήσουμε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν. Όταν ήμουν 6 χρονών αρρώστησε από καρκίνο και πέθανε. Μείναμε εγώ, η μικρότερη αδερφή μου και η μητέρα μου που ήταν έγκυος. Στην διαθήκη του ο πατέρας μου, όριζε πως εγώ και η αδερφή μου θα μέναμε με τον αδερφό του και η μητέρα μου θα έπρεπε να ξαναπαντρευτεί γιατί ήταν μικρή στην ηλικία. Οπότε ξαναγυρίσαμε πίσω στο χωριό. Η ζωή εκεί ήταν πολύ σκληρή. Στο χωριό δεν υπήρχαν δρόμοι, ούτε ηλεκτρικό. Έπρεπε να προσέχουμε τα ζώα, να δουλεύουμε κανονικά».

Γιατί έφυγες από το Αφγανιστάν;

Όταν ήμουν 10 χρονών οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία. Τότε, ένας άλλος θείος μου που ήταν Μουλάς στο Ιράν μας πήρε εκεί. Μείναμε στην πόλη Qom, εκεί ζούσαν κυρίως Μουλάδες. Έπρεπε να είμαστε πολύ προσεχτικοί, ήταν πολύ αυστηρά τα πράγματα. Οι συνθήκες ήταν λίγο καλύτερες απ’ ότι στο Αφγανιστάν αλλά ήταν και πάλι άσχημες. Μετά πήγα στην Τεχεράνη και εκεί έπιασα δουλειά, έφτιαχνα χαλιά. Δουλεύαμε ατελείωτες ώρες. Ήμασταν κυρίως έφηβοι και μικρά παιδιά. Τότε γνώρισα κάποιους οι οποίοι ήθελα να φύγουν για την Ευρώπη. Και ήξεραν τα κατάλληλα άτομα για να τους βοηθήσουν. Εγώ το σκεφτόμουνα να φύγω, αλλά δεν είχα τα λεφτά που ήθελαν για προκαταβολή.

Και τελικά πώς τα κατάφερες;

Ένας φίλος μου με ήθελε για παρέα. Και μου λέει, έλα και θα δώσω εγώ την εγγύηση. Όπως και έκανε. Βέβαια, έδινες την εγγύηση αλλά όταν έφτανες στην Τουρκία έπρεπε να δώσεις το τελικό ποσό. Και αν δεν το είχες, έπρεπε να στο στείλουν οι συγγενείς σου. Αλλιώς ήσουν όμηρος, δεν σε άφηναν να φύγεις. Τούς είπα πως ο θείος μου, που είναι μουλάς, έχει λεφτά και θα μου τα έστελνε στην Τουρκία. Αυτό ήταν ψέμα. Δεν θα μου έδινε λεφτά γιατί δεν ήθελε να φύγω. Μου έλεγε πού θα πας στην Ευρώπη, εκεί θα γίνεις καφίρ, δηλαδή άπιστος. Όμως πήρα το ρίσκο γιατί δεν άντεχα άλλο στο Ιράν. Έτσι ξεκινήσαμε με αυτοκίνητο για να φτάσουμε στα σύνορα του Ιράν. Από εκεί θα συνεχίζαμε με τα πόδια μέχρι την Τουρκία. Περπατούσαμε μέσα από τα βουνά δύο εβδομάδες. Είχαμε μαζί μας και ένα άλογο αλλά οι αυτοί που μας οδηγούσαν μάς το πήραν. Περπατούσαμε τα βράδια και κοιμόμασταν τις μέρες. Τρώγαμε μόνο ψωμί και τυρί. Όταν φτάσαμε στη πόλη Van μας πήρε μια νταλίκα και μας μετέφερε στον τελικό μας προορισμό, ένα χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Είχε ένα ψεύτικο πατο και μας έκρυψαν εκεί. Ήμασταν διάφοροι, Πακιστανοί, Αφγανοί. Κάναμε δύο μέρες να φτάσουμε. Εκεί μας κλειδώσανε σ’ έναν στάβλο. Όταν η οικογένεια σου έστελνε τα λέφτα, τότε σε απελευθέρωναν. Τα λεφτά έπρεπε να έχουν φτάσει μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Αλλιώς σε κρατούσαν όμηρο τους. Ήξερα πως για μένα δεν θα έφταναν λύτρα οπότε την τελευταία μέρα αποφάσισα να το σκάσω. Όταν άνοιξαν τις πόρτες στέκονταν σαν φρουροί κάποιοι Τούρκοι με ξύλα στα χέρια. Αυτοί δεν ήξεραν πως δεν είχα πληρώσει. Οπότε κατάφερα να βγω έξω και να κρυφτώ σε κάτι δέντρα. Όταν το κατάλαβαν αυτοί που μας έφεραν πως είχα φύγει άρχισαν να με ψάχνουν. Όμως ήμουν τυχερός και δεν με βρήκαν. Αποφάσισα να πάω στην Κωνσταντινούπολη με τα πόδια. Πήγαινα από χωριό σε χωριό χωρίς λεφτά, με κουρελιασμένα ρούχα και νηστικός. Η γλώσσα μας μοιάζει λίγο με τα Τούρκικα, οπότε προσπαθούσα να συννενοηθώ. Μετά από λίγες μέρες έφτασα σ’ ένα χωριό. Εκεί ένας Τούρκος μαγαζάτορας, πολύ καλός άνθρωπος, με βοήθησε. Δεν του είπα πώς είχα έρθει, τού είπα πως με κλέψανε, με χτυπήσανε και πως ήθελα να φτάσω στην Κωνσταντινούπολη. Μου έδωσε κάποια λεφτά και μου βρήκε ένα λεωφορείο. Έφτασα Κωνσταντινούπολη και τελικά έκατσα εκεί έξι μήνες.

Τι έκανες τόσο καιρό στην Τουρκία;

Ήθελα να δουλέψω, να μαζέψω λεφτά και μετά να έρθω στην Ελλάδα. Βρήκα κάτι άλλους Αφγανούς εκεί, οι οποίοι προσφέρθηκαν να με γνωρίσουν σε κάποιον που θα με βοηθούσε να περάσω απέναντι. Όταν του είπα πως δεν έχω λεφτά, αρνήθηκε να με βοηθήσει. Έφυγα και λίγες μέρες μετά συνάντησα κάποιον που ήταν από την ίδια περιοχή που καταγόμουν και εγώ. Έμενε μόνιμα στην Τουρκία και η γυναίκα του ήταν από εκεί. Προωθούσε και αυτός ανθρώπους στην Ελλάδα. Με πήρε υπό την προστασία του. Στην αρχή δούλευα γι’ αυτόν και έμενα σπίτι του. Μάλιστα λόγω της πεζοπορίας στα βουνά είχα αρρωστήσει πολύ άσχημα, με πήγε στο νοσοκομείο και πλήρωσε όλα τα έξοδα μου. Αργότερα δούλευα σε αποθήκες, φόρτωνα και ξεφόρτωνα. Κάποια στιγμή, ήταν καλοκαίρι του 2004, μου είπε πως βρήκε άλλους 4 που ήθελαν να περάσουν στην Ελλάδα και αν ήθελα να πάω μαζί τους χωρίς λεφτά. Δέχτηκα. Μας πήγε στο Αϊβαλίκ, μας έδωσε μια φουσκωτή βάρκα για να περάσουμε στην Λέσβο και έφυγε. Πρώτη φορά έβλεπα στην ζωή μου θάλασσα. Ήξερα να κάνω μπάνιο αλλά είχα κολυμπήσει μόνο σε γλυκά νερά, λίμνες και ποτάμια. Τώρα έπρεπε να κάνουμε κουπί για να περάσουμε απέναντι και είχε πολύ δυνατό κύμα. Ξεκινήσαμε στις 9 το βράδυ και φτάσαμε 5.30 το πρωί. Πετύχαμε και ένα καράβι που παραλίγο να μας διαλύσει. Ευτυχώς φορούσαμε στο κεφάλι φακούς και μας είδαν τελευταία στιγμή. Μας πήγε όμως 1 ώρα πίσω.

Πώς ήταν οι πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα;

Απέραντη ανακούφιση όταν φτάσαμε. Κατεβήκαμε και το πρώτο που κάναμε ήταν να τρυπήσουμε την βάρκα. Γιατί αν σε πιάσει η αστυνομία σε βάζει μέσα και σε στέλνει πίσω. Τριγυρνούσαμε και βρήκαμε ένα πάρκο. Εκεί ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε. Όμως κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία και ήρθαν και μας μάζεψαν. Μας πήγαν στο στρατόπεδο (στην Παγανή) και μας έριξαν στο κελί. Είχαν τους κρατούμενους χωρισμένους. Από την μία οι Αφγανοί και από την άλλη Πακιστανοί, Παλαιστίνιοι. Εμάς μάς έβαλαν με τους Πακιστανούς και τους Παλαιστίνιους, όχι με τους δικούς μας. Δεν ξέρω γιατί. Από την ταλαιπωρία κοιμόμασταν για 4 μέρες συνέχεια. Τελικά ήρθαν δύο αστυνομικοί, μας έβαλαν στο αυτοκίνητο και μας άφησαν στην Μυτιλήνη. Χωρίς να μας πουν το λόγο, χωρίς να μας κάνουν χαρτιά, ούτε να μιλήσουμε με δικηγόρους. Απλά μας άφησαν εκεί. Είπαμε να βγάλουμε εισιτήρια για να έρθουμε στην Αθήνα. Όμως μας ζήτησαν διαβατήριο και εμείς δεν είχαμε τίποτα. Μόνο ένας άντρας που είχαν αφήσει μαζί μας είχε χαρτιά. Αυτός έβγαλε τα εισιτήρια και στους άλλους. Εγώ ζήτησα από έναν ηλικιωμένο που ήταν εκεί να μου βγάλει. Του έδωσα τα χρήματα και αυτός συμφώνησε. Το πλοίο έφευγε στις έξι το απόγευμα και ήταν ακόμα πρωί. Οπότε πήγαμε για μπάνιο. Σαν να ήμασταν τουρίστες. Μέσα στο καράβι λέγαμε πως θα παρακολουθήσουμε τους Ολυμπιακούς της Αθήνας.

Τα καταφέρατε να τους δείτε ζωντανά;

Όχι. Φτάσαμε στον Πειραιά και δεν ξέραμε που να πάμε. Ένα παιδί που ήμασταν μαζί είχε κάτι γνωστούς που μένανε στον Άγιο Παντελεήμονα. Τα καταφέραμε να τους βρούμε αλλά δεν κάτσαμε καθόλου Αθήνα. Ένας από αυτούς δούλευε στον Αλίαρτο στην Θήβα και πήγαμε κ εμείς μαζί του. Τρεις μήνες κάτσαμε εκεί και μετά ξαναγυρίσαμε στην Αθήνα. Δουλεύαμε οικοδομή, τότε είχε πολύ δουλειά. Έμενα με κάτι άλλους στον Αγ. Παντελεήμονα, κοιμόμουνα στο μπαλκόνι γιατί δεν είχε χώρο μέσα στο σπίτι. Έβρεχε και δεν με ένοιαζε. Έστρωνα μια κουβέρτα και κοιμόμουνα έξω. Δεν άντεχα να κάτσω καθόλου μέσα. Ήταν ένα κτίριο γεμάτο Αφγανούς. Μετά βρήκα μόνιμη δουλειά σ’ έναν εργολάβο και έπιασα δικό μου σπίτι. Μέχρι το 2007 δεν είχα χαρτιά. Πήγα τότε στο αλλοδαπών και πήρα την κόκκινη κάρτα. Μπόρεσα να πάρω και ένσημα. Αλλά το 2009 η δουλειά στην οικοδομή άρχισε να πέφτει και πήγα να δουλέψω αλλού. Ώσπου το 2010 αποφάσισα να πάω στην Γαλλία.

Και γιατί επέστρεψες;

Όταν έφτασα στο Παρίσι πήγα στην αστυνομία για να ζητήσω βίζα. Όμως επειδή είχα κόκκινη κάρτα δεν μπορούσα να μείνω εκεί. Έπρεπε να μου δώσει η Ελλάδα πράσινη κάρτα για να μπορέσω να φύγω στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με την κόκκινη μένεις υποχρεωτικά στην Ελλάδα. Οπότε με ξαναέστειλαν πίσω. Αν ήξερα πως ήταν ετσι δεν θα έφευγα καθόλου. Τώρα έχω ακόμα κόκκινη κάρτα. Και κάθε 6 μήνες πρέπει να πηγαίνεις στο Αλλοδαπών για να ανανέωση. Είναι δύσκολο να βγάλεις την πράσινη και άδεια παραμονής επειδή δεν υπάρχουν πια δουλειές με ένσημα. Οπότε και να μπορούσα να πάρω την άδεια παραμονής δεν την θέλω επειδή αν ένα μήνα δεν έχω ένσημα, τότε στην καταργουν και σε απελαύνουν.

Δεν θα ήθελες κάποια στιγμή να γυρίσεις στο Αφγανιστάν;

Όχι, τι να κάνω εκεί; Δεν θα μπορούσα να μείνω, λείπω ήδη 16 χρόνια. Και εκεί υπάρχει ακόμα κάτι σαν βεντέτα. Επειδή οι φυλές και τα χωρια πολεμούσαν μεταξύ τους ακόμα και τώρα η μία οικογένεια εκδικείται την άλλη με το να σκοτώνουν τους γιους. Δεν έχει σημασία που έχουν περάσει τόσα χρόνια. Το αίμα δεν σβήνει ποτέ. Στα αφγανικά αυτό το λένε ντουσμάν. Ο θείος μου σκοτώθηκε γι’ αυτό τον λόγο. Θα ήθελα να μείνω για πάντα στην Ελλάδα, να έχω μια χώρα δική μου. Να έχω όμως επίσημη άδεια παραμονής για να μπορώ να ταξιδεύω όπου θέλω ελεύθερος, να πάω διακοπές. Δεν θέλω να γυρίσω μόνιμα ούτε στο Ιράν ούτε στο Αφγανιστάν. θα ήθελα όμως να μπορέσω να πάω για να δω την μητέρα μου και την αδερφή μου. Μόνο μιλάμε στο τηλέφωνο. Η αδερφή μου, που μεγαλώσαμε μαζί, είναι παντρεμένη πια και έχει 2 παιδιά.

Η ζωή εδώ πώς σου φαίνεται;

Αν έχω δουλειά δεν θέλω τίποτα άλλο. Οι φίλοι μου είναι μόνο Έλληνες. Με τα παιδιά που ήρθαμε μαζί σκορπίσαμε. Άλλος πήγε στην Ολλανδία, άλλος μένει στην Θεσσαλονίκη.

Και τώρα με τι ασχολείσαι; Πού δουλεύεις;

Όταν γύρισα από την Γαλλία άρχισα να δουλεύω σοβατζής. Όμως με την κρίση έπεσε και εκεί η δουλειά. Έμεινα για λίγο καιρό άνεργος αλλά ευτυχώς βρήκα άλλη σε μια καφετέρια που είναι και club τα βράδια. Κάνω λάτζα και ό,τι άλλο χρειαστεί.

Ποιά είναι τα όνειρα σου για το μέλλον;

Για το μέλλον δεν κάνω ποτέ σχέδια. Ιδανικά θα ήθελα κάποια στιγμή να γίνω προπονητής Mai Tai. Ίσως και να ανοίξω δική μου σχολή. Βέβαια δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Όμως ασχολούμαι από παλιά, από τότε που έμενα στο Ιράν. Καμια φορά παίρνω μέρος σε αγώνες. Είχα σπάσει και την μύτη μου κάποτε, αλλά συνέχισα.

Υπάρχει κάποιο άτομο που θα ήθελες να ευχαριστήσεις;

Τον προπονητή μου στο Mai Tai, τον Νίκο Κρητικό. Είναι πολύ καλός άνθρωπος. Αυτός με βοήθησε να βρω την δουλειά που έχω τώρα. Αλλιώς δεν ξέρω τι θα έκανα.

Θα μας πεις κάτι που σου αρέσει και κάτι που δεν σου αρέσει στην Αθήνα;

Στην Αθήνα δεν μου αρέσει που οι άνθρωποι είναι πια πιο φοβισμένοι όταν με βλέπουν. Σαν να είμαι κλέφτης. Στο μετρό, στον ηλεκτρικό έτσι γίνεται. Περπατούσα και μια γυναίκα όταν με πρόσεξε μάζεψε την τσάντα της. Σε βλέπουν σαν σκουπίδι. Αυτό με στεναχωρεί. Όμως πέρα από αυτό, η ζωή στην Αθήνα είναι καλή. Έχω τους φίλους μου, βγαίνω. Και αυτό μου αρέσει περισσότερο.

Αναδημοσίευση άρθρου της Ασημένιας Πέτση από το ough.gr