Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογια μεταναστων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογια μεταναστων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

"Σε βλέπουν σαν σκουπίδι"



Ο Σουλεϊμάν γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αφγανιστάν. Μετά από χιλιάδες μίλια περιπλάνησης και πολλές περιπέτειες, έφτασε στην Αθήνα την περίοδο των Ολυμπιακών. Σήμερα ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στον 13ο όροφο μιας πολυκατοικίας με θέα τον Λυκαβηττό και προσπαθεί να επιβιώσει σε μία αφιλόξενη πόλη.

Από ένα χωριό του Αφγανιστάν στο Ιράν. Και μετά ακολουθούν η Κωνσταντινούπολη, η Λέσβος, η Αθήνα, το Παρίσι και ξανά η Αθήνα. Αυτή είναι η ιστορία του Σουλεϊμάν που την διηγείται σαν να είναι παραμύθι που αφορά κάποιον άλλο. Και εμείς μένουμε έκπληκτοι από πόσες ταλαιπωρίες αντέχει να περάσει ένας άνθρωπος με μόνη συντροφιά την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. «Γεννήθηκα σ’ενα χωριό του Αφγανιστάν το 1986. Στο Αφγανιστάν υπάρχουν διαμάχες ανάμεσα σε χωριά και φυλές, οπότε όταν ήμουν 1 έτους ο πατέρας μου, για να μας προστατέψει, μας πήγε να ζήσουμε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν. Όταν ήμουν 6 χρονών αρρώστησε από καρκίνο και πέθανε. Μείναμε εγώ, η μικρότερη αδερφή μου και η μητέρα μου που ήταν έγκυος. Στην διαθήκη του ο πατέρας μου, όριζε πως εγώ και η αδερφή μου θα μέναμε με τον αδερφό του και η μητέρα μου θα έπρεπε να ξαναπαντρευτεί γιατί ήταν μικρή στην ηλικία. Οπότε ξαναγυρίσαμε πίσω στο χωριό. Η ζωή εκεί ήταν πολύ σκληρή. Στο χωριό δεν υπήρχαν δρόμοι, ούτε ηλεκτρικό. Έπρεπε να προσέχουμε τα ζώα, να δουλεύουμε κανονικά».

Γιατί έφυγες από το Αφγανιστάν;

Όταν ήμουν 10 χρονών οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την εξουσία. Τότε, ένας άλλος θείος μου που ήταν Μουλάς στο Ιράν μας πήρε εκεί. Μείναμε στην πόλη Qom, εκεί ζούσαν κυρίως Μουλάδες. Έπρεπε να είμαστε πολύ προσεχτικοί, ήταν πολύ αυστηρά τα πράγματα. Οι συνθήκες ήταν λίγο καλύτερες απ’ ότι στο Αφγανιστάν αλλά ήταν και πάλι άσχημες. Μετά πήγα στην Τεχεράνη και εκεί έπιασα δουλειά, έφτιαχνα χαλιά. Δουλεύαμε ατελείωτες ώρες. Ήμασταν κυρίως έφηβοι και μικρά παιδιά. Τότε γνώρισα κάποιους οι οποίοι ήθελα να φύγουν για την Ευρώπη. Και ήξεραν τα κατάλληλα άτομα για να τους βοηθήσουν. Εγώ το σκεφτόμουνα να φύγω, αλλά δεν είχα τα λεφτά που ήθελαν για προκαταβολή.

Και τελικά πώς τα κατάφερες;

Ένας φίλος μου με ήθελε για παρέα. Και μου λέει, έλα και θα δώσω εγώ την εγγύηση. Όπως και έκανε. Βέβαια, έδινες την εγγύηση αλλά όταν έφτανες στην Τουρκία έπρεπε να δώσεις το τελικό ποσό. Και αν δεν το είχες, έπρεπε να στο στείλουν οι συγγενείς σου. Αλλιώς ήσουν όμηρος, δεν σε άφηναν να φύγεις. Τούς είπα πως ο θείος μου, που είναι μουλάς, έχει λεφτά και θα μου τα έστελνε στην Τουρκία. Αυτό ήταν ψέμα. Δεν θα μου έδινε λεφτά γιατί δεν ήθελε να φύγω. Μου έλεγε πού θα πας στην Ευρώπη, εκεί θα γίνεις καφίρ, δηλαδή άπιστος. Όμως πήρα το ρίσκο γιατί δεν άντεχα άλλο στο Ιράν. Έτσι ξεκινήσαμε με αυτοκίνητο για να φτάσουμε στα σύνορα του Ιράν. Από εκεί θα συνεχίζαμε με τα πόδια μέχρι την Τουρκία. Περπατούσαμε μέσα από τα βουνά δύο εβδομάδες. Είχαμε μαζί μας και ένα άλογο αλλά οι αυτοί που μας οδηγούσαν μάς το πήραν. Περπατούσαμε τα βράδια και κοιμόμασταν τις μέρες. Τρώγαμε μόνο ψωμί και τυρί. Όταν φτάσαμε στη πόλη Van μας πήρε μια νταλίκα και μας μετέφερε στον τελικό μας προορισμό, ένα χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Είχε ένα ψεύτικο πατο και μας έκρυψαν εκεί. Ήμασταν διάφοροι, Πακιστανοί, Αφγανοί. Κάναμε δύο μέρες να φτάσουμε. Εκεί μας κλειδώσανε σ’ έναν στάβλο. Όταν η οικογένεια σου έστελνε τα λέφτα, τότε σε απελευθέρωναν. Τα λεφτά έπρεπε να έχουν φτάσει μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Αλλιώς σε κρατούσαν όμηρο τους. Ήξερα πως για μένα δεν θα έφταναν λύτρα οπότε την τελευταία μέρα αποφάσισα να το σκάσω. Όταν άνοιξαν τις πόρτες στέκονταν σαν φρουροί κάποιοι Τούρκοι με ξύλα στα χέρια. Αυτοί δεν ήξεραν πως δεν είχα πληρώσει. Οπότε κατάφερα να βγω έξω και να κρυφτώ σε κάτι δέντρα. Όταν το κατάλαβαν αυτοί που μας έφεραν πως είχα φύγει άρχισαν να με ψάχνουν. Όμως ήμουν τυχερός και δεν με βρήκαν. Αποφάσισα να πάω στην Κωνσταντινούπολη με τα πόδια. Πήγαινα από χωριό σε χωριό χωρίς λεφτά, με κουρελιασμένα ρούχα και νηστικός. Η γλώσσα μας μοιάζει λίγο με τα Τούρκικα, οπότε προσπαθούσα να συννενοηθώ. Μετά από λίγες μέρες έφτασα σ’ ένα χωριό. Εκεί ένας Τούρκος μαγαζάτορας, πολύ καλός άνθρωπος, με βοήθησε. Δεν του είπα πώς είχα έρθει, τού είπα πως με κλέψανε, με χτυπήσανε και πως ήθελα να φτάσω στην Κωνσταντινούπολη. Μου έδωσε κάποια λεφτά και μου βρήκε ένα λεωφορείο. Έφτασα Κωνσταντινούπολη και τελικά έκατσα εκεί έξι μήνες.

Τι έκανες τόσο καιρό στην Τουρκία;

Ήθελα να δουλέψω, να μαζέψω λεφτά και μετά να έρθω στην Ελλάδα. Βρήκα κάτι άλλους Αφγανούς εκεί, οι οποίοι προσφέρθηκαν να με γνωρίσουν σε κάποιον που θα με βοηθούσε να περάσω απέναντι. Όταν του είπα πως δεν έχω λεφτά, αρνήθηκε να με βοηθήσει. Έφυγα και λίγες μέρες μετά συνάντησα κάποιον που ήταν από την ίδια περιοχή που καταγόμουν και εγώ. Έμενε μόνιμα στην Τουρκία και η γυναίκα του ήταν από εκεί. Προωθούσε και αυτός ανθρώπους στην Ελλάδα. Με πήρε υπό την προστασία του. Στην αρχή δούλευα γι’ αυτόν και έμενα σπίτι του. Μάλιστα λόγω της πεζοπορίας στα βουνά είχα αρρωστήσει πολύ άσχημα, με πήγε στο νοσοκομείο και πλήρωσε όλα τα έξοδα μου. Αργότερα δούλευα σε αποθήκες, φόρτωνα και ξεφόρτωνα. Κάποια στιγμή, ήταν καλοκαίρι του 2004, μου είπε πως βρήκε άλλους 4 που ήθελαν να περάσουν στην Ελλάδα και αν ήθελα να πάω μαζί τους χωρίς λεφτά. Δέχτηκα. Μας πήγε στο Αϊβαλίκ, μας έδωσε μια φουσκωτή βάρκα για να περάσουμε στην Λέσβο και έφυγε. Πρώτη φορά έβλεπα στην ζωή μου θάλασσα. Ήξερα να κάνω μπάνιο αλλά είχα κολυμπήσει μόνο σε γλυκά νερά, λίμνες και ποτάμια. Τώρα έπρεπε να κάνουμε κουπί για να περάσουμε απέναντι και είχε πολύ δυνατό κύμα. Ξεκινήσαμε στις 9 το βράδυ και φτάσαμε 5.30 το πρωί. Πετύχαμε και ένα καράβι που παραλίγο να μας διαλύσει. Ευτυχώς φορούσαμε στο κεφάλι φακούς και μας είδαν τελευταία στιγμή. Μας πήγε όμως 1 ώρα πίσω.

Πώς ήταν οι πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα;

Απέραντη ανακούφιση όταν φτάσαμε. Κατεβήκαμε και το πρώτο που κάναμε ήταν να τρυπήσουμε την βάρκα. Γιατί αν σε πιάσει η αστυνομία σε βάζει μέσα και σε στέλνει πίσω. Τριγυρνούσαμε και βρήκαμε ένα πάρκο. Εκεί ξαπλώσαμε να κοιμηθούμε. Όμως κάποιος τηλεφώνησε στην αστυνομία και ήρθαν και μας μάζεψαν. Μας πήγαν στο στρατόπεδο (στην Παγανή) και μας έριξαν στο κελί. Είχαν τους κρατούμενους χωρισμένους. Από την μία οι Αφγανοί και από την άλλη Πακιστανοί, Παλαιστίνιοι. Εμάς μάς έβαλαν με τους Πακιστανούς και τους Παλαιστίνιους, όχι με τους δικούς μας. Δεν ξέρω γιατί. Από την ταλαιπωρία κοιμόμασταν για 4 μέρες συνέχεια. Τελικά ήρθαν δύο αστυνομικοί, μας έβαλαν στο αυτοκίνητο και μας άφησαν στην Μυτιλήνη. Χωρίς να μας πουν το λόγο, χωρίς να μας κάνουν χαρτιά, ούτε να μιλήσουμε με δικηγόρους. Απλά μας άφησαν εκεί. Είπαμε να βγάλουμε εισιτήρια για να έρθουμε στην Αθήνα. Όμως μας ζήτησαν διαβατήριο και εμείς δεν είχαμε τίποτα. Μόνο ένας άντρας που είχαν αφήσει μαζί μας είχε χαρτιά. Αυτός έβγαλε τα εισιτήρια και στους άλλους. Εγώ ζήτησα από έναν ηλικιωμένο που ήταν εκεί να μου βγάλει. Του έδωσα τα χρήματα και αυτός συμφώνησε. Το πλοίο έφευγε στις έξι το απόγευμα και ήταν ακόμα πρωί. Οπότε πήγαμε για μπάνιο. Σαν να ήμασταν τουρίστες. Μέσα στο καράβι λέγαμε πως θα παρακολουθήσουμε τους Ολυμπιακούς της Αθήνας.

Τα καταφέρατε να τους δείτε ζωντανά;

Όχι. Φτάσαμε στον Πειραιά και δεν ξέραμε που να πάμε. Ένα παιδί που ήμασταν μαζί είχε κάτι γνωστούς που μένανε στον Άγιο Παντελεήμονα. Τα καταφέραμε να τους βρούμε αλλά δεν κάτσαμε καθόλου Αθήνα. Ένας από αυτούς δούλευε στον Αλίαρτο στην Θήβα και πήγαμε κ εμείς μαζί του. Τρεις μήνες κάτσαμε εκεί και μετά ξαναγυρίσαμε στην Αθήνα. Δουλεύαμε οικοδομή, τότε είχε πολύ δουλειά. Έμενα με κάτι άλλους στον Αγ. Παντελεήμονα, κοιμόμουνα στο μπαλκόνι γιατί δεν είχε χώρο μέσα στο σπίτι. Έβρεχε και δεν με ένοιαζε. Έστρωνα μια κουβέρτα και κοιμόμουνα έξω. Δεν άντεχα να κάτσω καθόλου μέσα. Ήταν ένα κτίριο γεμάτο Αφγανούς. Μετά βρήκα μόνιμη δουλειά σ’ έναν εργολάβο και έπιασα δικό μου σπίτι. Μέχρι το 2007 δεν είχα χαρτιά. Πήγα τότε στο αλλοδαπών και πήρα την κόκκινη κάρτα. Μπόρεσα να πάρω και ένσημα. Αλλά το 2009 η δουλειά στην οικοδομή άρχισε να πέφτει και πήγα να δουλέψω αλλού. Ώσπου το 2010 αποφάσισα να πάω στην Γαλλία.

Και γιατί επέστρεψες;

Όταν έφτασα στο Παρίσι πήγα στην αστυνομία για να ζητήσω βίζα. Όμως επειδή είχα κόκκινη κάρτα δεν μπορούσα να μείνω εκεί. Έπρεπε να μου δώσει η Ελλάδα πράσινη κάρτα για να μπορέσω να φύγω στην υπόλοιπη Ευρώπη. Με την κόκκινη μένεις υποχρεωτικά στην Ελλάδα. Οπότε με ξαναέστειλαν πίσω. Αν ήξερα πως ήταν ετσι δεν θα έφευγα καθόλου. Τώρα έχω ακόμα κόκκινη κάρτα. Και κάθε 6 μήνες πρέπει να πηγαίνεις στο Αλλοδαπών για να ανανέωση. Είναι δύσκολο να βγάλεις την πράσινη και άδεια παραμονής επειδή δεν υπάρχουν πια δουλειές με ένσημα. Οπότε και να μπορούσα να πάρω την άδεια παραμονής δεν την θέλω επειδή αν ένα μήνα δεν έχω ένσημα, τότε στην καταργουν και σε απελαύνουν.

Δεν θα ήθελες κάποια στιγμή να γυρίσεις στο Αφγανιστάν;

Όχι, τι να κάνω εκεί; Δεν θα μπορούσα να μείνω, λείπω ήδη 16 χρόνια. Και εκεί υπάρχει ακόμα κάτι σαν βεντέτα. Επειδή οι φυλές και τα χωρια πολεμούσαν μεταξύ τους ακόμα και τώρα η μία οικογένεια εκδικείται την άλλη με το να σκοτώνουν τους γιους. Δεν έχει σημασία που έχουν περάσει τόσα χρόνια. Το αίμα δεν σβήνει ποτέ. Στα αφγανικά αυτό το λένε ντουσμάν. Ο θείος μου σκοτώθηκε γι’ αυτό τον λόγο. Θα ήθελα να μείνω για πάντα στην Ελλάδα, να έχω μια χώρα δική μου. Να έχω όμως επίσημη άδεια παραμονής για να μπορώ να ταξιδεύω όπου θέλω ελεύθερος, να πάω διακοπές. Δεν θέλω να γυρίσω μόνιμα ούτε στο Ιράν ούτε στο Αφγανιστάν. θα ήθελα όμως να μπορέσω να πάω για να δω την μητέρα μου και την αδερφή μου. Μόνο μιλάμε στο τηλέφωνο. Η αδερφή μου, που μεγαλώσαμε μαζί, είναι παντρεμένη πια και έχει 2 παιδιά.

Η ζωή εδώ πώς σου φαίνεται;

Αν έχω δουλειά δεν θέλω τίποτα άλλο. Οι φίλοι μου είναι μόνο Έλληνες. Με τα παιδιά που ήρθαμε μαζί σκορπίσαμε. Άλλος πήγε στην Ολλανδία, άλλος μένει στην Θεσσαλονίκη.

Και τώρα με τι ασχολείσαι; Πού δουλεύεις;

Όταν γύρισα από την Γαλλία άρχισα να δουλεύω σοβατζής. Όμως με την κρίση έπεσε και εκεί η δουλειά. Έμεινα για λίγο καιρό άνεργος αλλά ευτυχώς βρήκα άλλη σε μια καφετέρια που είναι και club τα βράδια. Κάνω λάτζα και ό,τι άλλο χρειαστεί.

Ποιά είναι τα όνειρα σου για το μέλλον;

Για το μέλλον δεν κάνω ποτέ σχέδια. Ιδανικά θα ήθελα κάποια στιγμή να γίνω προπονητής Mai Tai. Ίσως και να ανοίξω δική μου σχολή. Βέβαια δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Όμως ασχολούμαι από παλιά, από τότε που έμενα στο Ιράν. Καμια φορά παίρνω μέρος σε αγώνες. Είχα σπάσει και την μύτη μου κάποτε, αλλά συνέχισα.

Υπάρχει κάποιο άτομο που θα ήθελες να ευχαριστήσεις;

Τον προπονητή μου στο Mai Tai, τον Νίκο Κρητικό. Είναι πολύ καλός άνθρωπος. Αυτός με βοήθησε να βρω την δουλειά που έχω τώρα. Αλλιώς δεν ξέρω τι θα έκανα.

Θα μας πεις κάτι που σου αρέσει και κάτι που δεν σου αρέσει στην Αθήνα;

Στην Αθήνα δεν μου αρέσει που οι άνθρωποι είναι πια πιο φοβισμένοι όταν με βλέπουν. Σαν να είμαι κλέφτης. Στο μετρό, στον ηλεκτρικό έτσι γίνεται. Περπατούσα και μια γυναίκα όταν με πρόσεξε μάζεψε την τσάντα της. Σε βλέπουν σαν σκουπίδι. Αυτό με στεναχωρεί. Όμως πέρα από αυτό, η ζωή στην Αθήνα είναι καλή. Έχω τους φίλους μου, βγαίνω. Και αυτό μου αρέσει περισσότερο.

Αναδημοσίευση άρθρου της Ασημένιας Πέτση από το ough.gr

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Προς την αρμοδίαν Επιτροπήν Μεταναστεύσεως.


Προς την αρμοδίαν Επιτροπήν Μεταναστεύσεως.
Κύριοι.  Έλαβα την επιστολήν σας από 8/11 εις την οποίαν εκφράζετε τη λύπη σας δια τηναπόρριψη της αιτήσεώς μου από την κυβέρνηση της Αυστραλίας. Και εγώ απορώ γιατί με απέρριψαν αφού αυτοί δεν γνωρίζουν ποιος είμαι και τι δουλειά κάνω. Ψεύτης, κλέφτης ούτε εγκληματίας είμαι.  Εσείς μου γράψατε πέρυσι ότι δεν εκπληρώ τους όρους για τις αυστραλιανές αρχές  και αυτοί μου απάντησαν ότι εσείς  με απορρίψατε. Ποιον να πιστέψω;  Και σε ποιον  να απευθυνθώ για να βρω μια λύση στο πρόβλημά μου;  Έστειλα επιστολή στον υπουργό μου και αυτή πήγε αλλού.  Δεν γνωρίζω μήπως εγώ ευθύνομαι και υπάρχει καμιά κατηγορία πολιτικής φύσεωςεναντίον μου. Αλλά εγώ ούτε πολιτεύομαι ούτε αντιπολιτεύομαικανέναν.  Εάν υπάρχει τέτοιο θέμα, κύριοι, θα σας παρακαλέσω να μου το γνωρίσετε για να τακτοποιηθώ.  Η εθνική μου συνείδηση είναι καθαρή. Πολέμησα το έτος 1947 μέχρι το 1949 κατά των συμμοριτών και ετιμήθην με δύο μετάλλια ανδρείας και έναν πολεμικό σταυρό Γ’ τάξεως.  Εάν υπάρχει σφάλμα δικό μου, τα σφάλματα είναι ανθρώπινα και ο Χριστός είπε ουδείς αναμάρτητος.  Θα σας παρακαλέσω να με βοηθήσετε να μεταναστεύσω.  Σας έγραψα τους λόγους  για τους οποίους θέλω να φύγω μερικά χρόνια.  Δεν ζητώ ούτε χρήματα ούτε πράγματα που δεν γίνονται.  Ζητώ να πάω να δουλέψω με την οικογένειά μου και όχι να απασχολήσω τις αυστραλιανές  αρχές. Σε σας εναπόκειται να αποφασίσετε για την τύχη μου.  Εάν εξαρτάται από εμένα γράφτε μου να έλθω στα γραφεία σας. Είμαι άνθρωπος λογικός και θα πράξω κάθε τιπου θα μου υποδείξετε. Σας χαιρετώ και σας εύχομαι κάθεν ευτυχίαν,

theatriko-ergotaxio.gr

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Το facebook της ξενιτιάς



Η απόφαση της μετανάστευσης και ο ρόλος των social media
Της Λινας Γιανναρου


Αντε κανένα τραγουδάκι, ευχές για χρόνια πολλά, οικογενειακές φωτό με τη γυναίκα και το παιδί... Οχι, ο Φάνης Λιάζος δεν ήταν ποτέ φανατικός χρήστης των κοινωνικών δικτύων. Ακόμα και όταν η δουλειά στο κατάστημα οπτικών, το καμάρι του, άρχισε να πέφτει αισθητά, προτιμούσε τις νεκρές ώρες να «εφευρίσκει» δουλειές του μαγαζιού από το να συνδέεται για ώρα στο facebook. Δεν φανταζόταν βέβαια τις αλλαγές που τον περίμεναν στη ζωή του ούτε και τον ρόλο που θα άρχιζαν να έχουν σε αυτήν τα social media.

«Οι δύσκολες αποφάσεις συνήθως παίρνονται γρήγορα», λέει ο ίδιος στην «Κ». Οση σκέψη και εάν έβαλαν, όσοι φόβοι και εάν έπεσαν στο τραπέζι, το πόρισμα του οικογενειακού συμβουλίου ήταν σαφές: μετανάστευση. Γερμανία. «Υπήρχε ως “plan B” στο πίσω μέρος του μυαλού μου εδώ και λίγο καιρό, καθώς υπήρχαν συγγενείς στην Γερμανία που ήταν διατεθειμένοι να βοηθήσουν. Οταν είδα τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο έπρεπε να πάρω μια απόφαση. ΄Η μένω και χρεώνομαι περισσότερο για να επανεπενδύσω σε εμπορεύματα ή κλείνω και ρευστοποιώ για να κλείσω τα όποια ανοίγματα. Δύσκολη η απόφαση να κλείνεις μια επιχείρηση που έχεις δώσει όλη σου τη δύναμη και το “είναι” για να προχωρήσει. Ομως...».

Ηταν λίγο πριν από τις γιορτές. Πρώτα ενημέρωσε τους γονείς του, μετά τους στενούς φίλους και μέσω facebook γνωστούς και πελάτες: «Φίλοι μου, έπειτα από πέντε συναπτά έτη στο λιανεμπόριο οπτικών ειδών αποφάσισα ότι ήρθε ο καιρός να αποσυρθώ. Οι λόγοι πολλοί, οι προφανείς, η οικονομία. Ετσι λοιπόν κλείνουμε και μέχρι τις 31/01 σας περιμένω όλους να σας χαιρετήσω και να σας προσφέρω τα προϊόντα μου 60%. Θα ήθελα να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ από την καρδιά μου για τη στήριξη, ελπίζω να στάθηκα αντάξιος της εμπιστοσύνης σας».

Το μήνυμα άγγιξε ευαίσθητες χορδές και ξέφυγε από τα στενά όρια των «φίλων» του Φάνη. Η ανταπόκριση του κόσμου στο κάλεσμα για «ξεστοκάρισμα» ήταν συγκινητική. Οι υποχρεώσεις καλύφθηκαν και όλα ήταν έτοιμα για τη μετάβαση στην ξένη χώρα. Ουδείς όμως -ίσως ούτε κι ο ίδιος- το είχε ακριβώς «χωνέψει», μέχρι που στις αρχές Φλεβάρη έγραψε: «Ενας κύκλος έκλεισε, ένας άλλος ανοίγει. Θα μαθαίνετε νέα μου...» Πράγματι, έκτοτε, ο Φάνης άρχισε να μοιράζεται στιγμιότυπα της μετάβασης στη Γερμανία και οι διαδικτυακοί του -και όχι μόνο- φίλοι να γίνονται μάρτυρες του μεγαλύτερου ταξιδιού της ζωής του.

«Φιλιά από το Ιόνιο»
Το επόμενο ποστ ήταν μια φωτογραφία από το κατάστρωμα. «Στο καράβι για Ανκόνα», έγραφε η λεζάντα. «Μια νέα αρχή ξεκίνησε. Αφησα πίσω τους καλύτερους φίλους που θα μπορούσε να έχει κανείς και τους ευχαριστώ για τις ατέλειωτες ώρες συζητήσεων και τις συμβουλές. Φιλιά πολλά από το Ιόνιο πέλαγος!» Με συγκίνηση τις επόμενες μέρες διαβάσαμε: «Μετά από 25 ώρες καράβι, 30 ώρες άγρυπνος, 17 ώρες οδήγησης με μικρά διαλείμματα, άπειρα red bull και καραμέλες για να μην κοιμηθείς, κατάφερα να φτάσω Κολωνία με πυρετό». Πέρασε καιρός πριν δώσει νέο στίγμα: «Ολα πάνε καλά. Αναρρώνω σιγά σιγά και γνωρίζω την πόλη. Δεν έχει κίνηση, διπλοπαρκαρίσματα, κόρνες, διόδια. Αλλη νοοτροπία. Ολα είναι καινούργια, αλλά ο μικρός γιος μου είναι σαν να ήταν ανέκαθεν εδώ κι αυτό μου δίνει δύναμη και με βοηθάει».

Δύο μήνες αργότερα, μπορεί πια να το πει με βεβαιότητα. «Χωρίς το ίντερνετ, το facebook, το τουίτερ, χωρίς το κινητό μου θα ήμουν μισός. Ο σύγχρονος μετανάστης ή και φοιτητής δεν έχει καμία σχέση με τους παλιούς, αφού η επικοινωνία με τους φίλους μου είναι καθημερινή είτε μέσω των κοινωνικών δικτύων, είτε μέσω των “μαγικών” skype και viber. Το μόνο που σου λείπει είναι η επαφή, οι έξοδοι, το χτύπημα στον ώμο και η σιωπή που μοιραζόμασταν πίνοντας ποτό ή κάνοντας ένα τσιγάρο. Ολα τα άλλα τα καλύπτει το internet! Με λίγα λόγια... δεν αποξενώνεσαι, δεν ξεχνιέσαι και δεν ξεχνάς. Ανούσια τα τραγούδια της ξενιτιάς για μένα... Κι αν σου λείψουν πολύ όλα αυτά μπαίνεις στο αεροπλάνο και παίρνεις δόση από την πατρίδα.

Ολα αυτά όμως για να γίνουν πρέπει να υπάρχει δουλειά και προοπτική, γι’ αυτό έφυγα και αυτό παλεύω να καταφέρω!».

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Χρονια πολλα απο μενα τον... ξενο



Καλή χρονιά σε όλους και από μένα .... από εμένα τον ξένο ...

Αλλά αν ήμουνα ξένος , δεν θα προσπαθούσα να μάθω την γλώσσα σας Έλληνες ...θα προσπαθούσα να την ξεχάσω ... Προσπαθεί κάποιος μόνο για αυτά που αγαπάει ...
Αν ήμουν ξένος δεν θα σεβόμουνα τον πολιτισμό σας ... Δεν θα μου νοικιάζατε το σπίτι σας ... Ούτε θα με παίρνατε στην δουλειά σας ... Και αυτό γιατί ποτέ σε κανέναν ξένο δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τόσο σημαντικά πράγματα , όπως είναι η δουλειά και το σπίτι σου ...
Επίσης δεν πρέπει ποτέ κανείς να παίρνει χρήματα από έναν ξένο ... Αυτό μου έλεγε η μητέρα μου όταν ήμουνα μικρός ... φαντάζομαι και η δική σας ...
Αλλά εγώ δεν είμαι ξένος, και έτσι έχω μάθει να πληρώνω για όλα ... Φως , νερό , τηλέφωνο , δικηγόρους, γιατρούς, ΙΚΑ ... Συγνώμη που σας τα λέω όλα αυτά , αλλά προσπαθώ και εγώ να καταλάβω πότε είμαι ξένος και πότε δεν είμαι ...
Ξέρω πολλούς Έλληνες που δεν ξέρουν να γράφουν ... Επίσης ξέρω πολλούς Έλληνες που δεν σέβονται τον πολιτισμό τους ... Την ίδια τους την πατρίδα ... Αυτοί είναι ξένοι; Και γιατί ζουν εδώ;
Πάλι μπερδεύτηκα ... ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΞΕΝΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΑ ΜΝΗΜΗ! Αλλά εγώ θυμάμαι τα πάντα ...
Δεν ξέχασα ποτέ τις κρύες νύχτες έξω από το τμήμα αλλοδαπών ... το χαμόγελο των δασκάλων μου .... την καλημέρα του γείτονα ... Ούτε θα ξεχάσω ποτέ εκείνον τον μετανάστη που πούλαγε ομπρέλες στην Ομόνοια , και όταν άρχισε να βρέχει , άνοιξε μια και την έδωσε στον ζητιάνο που καθότανε στην γωνία ...
Γιατί αν αυτός ήτανε ξένος, τότε όλες οι ομπρέλες θα ήτανε κλειστές και κανένας ζητιάνος δεν θα γύρναγε σπίτι του ευτυχισμένος ...
Αν εγώ ήμουνα ξένος τότε λυπάμαι αλλά ούτε εσύ θα ήσουνα άνθρωπος ... Θα ήσουνα μια πόρτα κλειστή ... Και κανένας από όλους εμάς δεν θα ήταν εδώ σήμερα ... Γιατί πολύ απλά...

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΞΕΝΟΣ ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ...
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

*Το κείμενο διάβασε ο Σοχίλ σε γιορτή του Ανοιχτού Σχολείου Μεταναστών Πειραιά.