Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Αναχωρηση για Αυστραλια (αφηγηση)



Μια γυναικοπαρέα εν πλω στο υπερωκεάνιο «Πατρίς» προς την Αυστραλία . Από το βιβλίο-λεύκωμα για τους Λέσβιους μετανάστες «Η Πατρίδα μου: Λέσβος».
Επετειακός μήνας ο Γενάρης!  
Αρκετά σημαντική για μένα επέτειος, αφού σε λίγες μέρες, συγκεκριμένα στις 30 του Γενάρη μετά από 38 ολόκληρες μέρες και νύχτες που βολοδέρναμε στους ωκεανούς μέσα στο υπερωκεάνιο «Πατρίς», φτάσαμε στο λιμάνι της Μελβούρνης ξημερώματα,  ημέρα Τρίτη του 1968!

Όπως και αλλού αναφέρθηκα, σε τούτη εδώ τη στήλη, αναχωρήσαμε από Πειραιά παραμονή Χριστουγέννων του 1967, Κυριακή απόγευμα γύρω στις 4.00 μ.μ.!
Γύρω στις 4 σήκωσε άγκυρα το «θεριό» και τα δάκρυα όλων μας έσμιγαν με τον απόηχο από τις γλυκύτατες καμπάνες που σήμαιναν τον Χριστουγεννιάτικο Εσπερινό και το «Καλήν Εσπέραν Άρχοντες» που τραγουδούσαν αθώες παιδικές φωνούλες στο λιμάνι ξεπροβοδίζοντας μας για το άγνωστο...
Στοιβαγμένοι στις στενές καμπίνες και φοβισμένοι, πολλοί μάλιστα μετανιωμένοι ήδη για την απόφαση, προσπαθούσαμε ν΄ αντέξουμε στις φοβερές θαλασσοταραχές και τα υπόγεια  ρεύματα που σκαμπανέβαζαν το «θεριό» σαν  ακυβέρνητη βαρκούλα σε μεγάλη φουρτούνα. 
Κι αλλού αναφέρω για τη φοβερή συγκίνηση όλων μας, όταν γύρω στα μεσάνυχτα που οι περισσότεροι προσπαθούσαμε να στεγνώσουμε τα μάτια και να βολευτούμε όπως-όπως στις στενές κουκέτες, ακούσαμε  σαν σε όνειρο να ψάλλουν τα Κάλαντα των Χριστουγέννων. Ήταν ο καπετάνιος και η χορωδία του πλοίου, που περνούσαν από όλους τους διαδρόμους και καμπίνες...
Σε κείνο το  δρομολόγιο ταξίδευαν πάνω από 300 παιδάκια κάτω των 10 ετών. Λίγες μέρες μετά, ένα από αυτά αρρώστησε με ιλαρά και, όπως ήταν αναμενόμενο, μέχρι να πεις κύμινο, είχαν «κολλήσει» όλα, μαζί τους και τα δυο δικά μου, πέντε και δυόμισι χρονών, εγώ δε, εκτός του ότι με είχε πειράξει πολύ η θάλασσα,  να βρίσκομαι με πολύ υψηλό πυρετό από οξεία αμυγδαλίτιδα! Ευτυχώς, έμεινε όρθιος ο σύζυγος! Έτσι άρρωστοι περάσαμε σχεδόν όλο το ταξίδι...

Με  έκπληξη και αγωνία μέχρι να το ανοίξω και διαβάσω πήρα το τηλεγράφημα που μου έστειλε ο αγαπημένος μου παπάκης εκ μέρους όλης της οικογένειας για τα γενέθλια μου, λίγες μέρες πριν φτάσουμε Μελβούρνη.
Πώς να μη συγκινηθείς, να μην κλάψεις, να μην πονέσεις, όταν λαβαίνεις τέτοιες αναπάντεχες ευχές μεσοπέλαγα από αγαπημένους, που με σπαραγμό καρδιάς αποχαιρέτησες μόνο βδομάδες πριν που ήδη σου φαίνονται αιώνες...ιδιαίτερα όταν σκέφτεσαι πως δεν ξέρεις αν τους ξαναδείς, πότε και υπό ποιες συνθήκες...
Θυμάμαι τους συνδαιτυμόνες στην  τραπεζαρία, που πήγαινα μόνο για να πάρω το φρούτο που μου αναλογούσε και λίγη σαλάτα, αφού λόγω ναυτίας δεν μπορούσα να φάω τίποτα. Μερικοί από το τραπέζι συμμερίζονταν πόσο άσχημα ένιωθα κι έκαναν... έρανο μεταξύ τους, δίνοντάς μου μέρος της σαλάτας τους ή και το φρούτο τους! Ευτυχώς δεν τους έλειπε το χιούμορ και μου έλεγαν γελώντας για να με ενθαρρύνουν:
- Ω  κηδεία που θα σου κάνουμε Ζακυνθινιά, μόλις φτάσουμε στη Μελβούρνη, μέχρι δεσπότη θα σου φέρουμε!
Συναντήθηκα τυχαία με κάποιους από αυτούς χρόνια μετά και μου ομολόγησαν ότι δεν πίστευαν πως θα κατάφερνα να βγω ζωντανή από κει μέσα!
Θα ήταν αδικία εκ μέρους μου, αν δεν ανάφερα εδώ σαν μνημόσυνο αποδίδοντας του φόρο τιμής, τον καλό εκείνο άνθρωπο τον καμαρότο της καμπίνας μου, τον έλεγαν Γεράσιμο, ήταν Κεφαλλονίτης κι εκείνο ήταν το τελευταίο του ταξίδι, αφού γυρνώντας Ελλάδα, έβγαινε στη σύνταξη. Γι’ αυτό λέω σαν μνημόσυνο, γιατί τότε ήταν  άνω των 60, πρόσθεσε άλλα 44 χρόνια που πέρασαν από τότε, λίγο δύσκολο να βρίσκεται ακόμα στη ζωή.
Με λυπόταν πολύ έτσι που με έβλεπε, ερχόταν και μούπιανε κουβέντα, μου έλεγε τα νέα και τα σχόλια του καραβιού, ερχόταν πάντα μεσημέρι και κάτω από τη ρόμπα του έκρυβε ένα πιάτο σούπα ή ό,τι άλλο μπορούσε να πάρει κρυφά από του καπετάνιου το τραπέζι, που τα φαγητά ήταν πιο προσεγμένα και νόστιμα, μήπως και καταφέρω και φάω κάτι. Πότε- πότε μου έφερνε και ένα κουτί γάλα Νουνού, που το έπαιρνε κρυφά κι εκείνο, με κίνδυνο να χάσει τη δουλειά του...
- .Φάε Ζακυθινιά, μου έλεγε, φάε να αντέξεις. Έχεις δύο μικρά παιδιά και σε περιμένει δύσκολη ζωή. Ντελικάτη και αδύναμη μου φαίνεσαι. Δεν είναι για σένα η Αυστραλία..
Γεράσιμε, καλέ μου φίλε, δεν σε ξέχασα ποτέ... Αν επέζησα, το χρωστάω και σε σένα. Να είσαι καλά, πολύ καλά, εκεί που βρίσκεσαι.
Δύσκολο, πολύ δύσκολο ταξίδι... Θυμάμαι πως σε κάποιο απότομο τράνταγμα του «θεριού»,  σε ώρα φαγητού που φοβηθήκαμε πως θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη,  σωριάστηκαν όλα τα πιάτα, ποτήρια κι  έγιναν χίλια κομμάτια. Δεν έμεινε όρθιο τίποτα. Για αρκετές μέρες μέχρι να πιάσουμε στεριά και να γίνει ανεφοδιασμός, είχαμε μόνο χάρτινα πιάτα και ποτήρια...

Τέτοιες ώρες θυμόμουνα με πικρία αυτά που μου έλεγαν πριν φύγω, προφανώς για παρηγοριά επειδή έβλεπαν πόσο φοβισμένη ήμουν, (είχε βουλιάξει και το «Ηράκλειο» στα νερά της Φαλκονέρας εκείνες τις μέρες), αγαπημένες θείες και θείοι στο Μπανάτο και Κουκουναρία, καθώς και γειτόνισσες στο Μπανάτο που είχαν δικούς τους στα ξένα όταν πήγα να τους χαιρετίσω  κι εκτός των άλλων εξέφραζα έμμεσα  και το φόβο μου για το ταξίδι...
Μη φοβάσαι μάτια μου, αυτό δεν είναι σαν το παπόρο που πάει Πειραιά-Ζάκυνθο, ούτε το καραβάκι του Ζαμπάζα είναι, αυτό είναι θεριό ψυχή μου, βουνό ολόκληρο, έχεις δει ποτέ σου υπερωκεάνιο; Ούτε που θα καταλάβεις πως είσαι σε θάλασσα, δε πα νάχει όση φουρτούνα θέλει! …
Αγαπημένες και αγαπημένοι όλοι, το κατάλαβα και με το παραπάνω πως βρισκόμουν στη θάλασσα, καρυδότσουφλο το «θεριό» μπροστά στην ανελέητη μανία της φύσης, μα δεν σας το είπα ποτέ... Σε τι θα ωφελούσε;
Με την αγάπη μου σε όλους σας πάντα.
δμΤ
                           Έργο Chris Tauson, σε τοίχο της Βοστόνης, όπου αποδίδεται η τραγωδία της Μετανάστευσης.

Τα "κριτήρια"

τα κριτήρια που χρησιμοποιούσαν οι Αυστραλιανές αρχές στην  επιλογή Μεταναστών, τότε αλλά και τώρα με το καινούριο ρεύμα μετανάστευσης των νέων μας. Φυσικά με το «τότε» αναφέρομαι στις δεκαετίες του '50 και '60, που δικαιολογημένα έχουν ονομαστεί και χρόνια μαζικής μετανάστευσης επειδή για οικονομικούς, πρωτίστως, λόγους έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς τα νιάτα της Ελλάδας. Εγώ θα τα έλεγα χρόνια μαζικής αφαίμαξης της νεολαίας. Σε ένα  διήγημά μου γράφω: κι ερήμωνε η ύπαιθρος και τα χωριά, γιατί τα καινούρια αφεντικά δεν ήθελαν τους γέρους και τους σακάτηδες...
Τα καινούρια αφεντικά ήθελαν νιάτα, νιάτα μπρατσωμένα για ν' αντέξουν στη βαριά βιομηχανία, για την οποία προορίζονταν... νιάτα μπρατσωμένα μόνο, χωρίς πολλές γνώσεις  και προσόντα, ώστε να  σηκώσουν κεφάλι και να διεκδικήσουν δικαιώματα...
Τότε, τον Απρίλη του  1967, που έγινε η δικτατορία. έμενα με το σύζυγο και τα δυο μικρά παιδιά μας στην Αθήνα, τα πράγματα δύσκολα, αφάνταστα δύσκολα και η Αυστραλία μέσω της ΔΕΜΕ, Διαπιστευτική Επιτροπή Μετανάστευσης εξ Ευρώπης, όχι μόνο ζητούσε μετανάστες, αλλά επί πλέον κατέβαλε και τα εισιτήρια για τον ερχομό εδώ. Όντας νέοι, δεν το πολυσκεφτήκαμε, πάμε λέμε, αφού δεν μας στοιχίζει τίποτα κι όταν ξεκουμπιστούν οι τρισκατάρατοι, γυρίζουμε. Λες και μιλούσαμε για διαδρομή Μπανάτο-Χώρα! Τέτοιους συλλογισμούς και αποφάσεις μόνο από πολύ νέους κι ανίδεους θ΄ ακούσεις κι εμείς τότε είμαστε και τα δυο... Αφού εγκρίθηκε η αίτηση μας, άρχισε η διαδικασία να μας στέλνουν από τον ένα στον άλλο, γιατρούς, εξετάσεις ιατρικές, συνεντεύξεις και πάει λέοντας. Μέχρι στα δόντια μας κοίταζαν, λες κι είμαστε άλογα! Περνώντας από μία ακόμα επιτροπή, αυτή στην Αυστραλιανή Πρεσβεία, μας κοίταξε κάπως επιτιμητικά ο αρμόδιος, επειδή ως πρώτη εμφάνιση φαίνεται δεν του γεμίσαμε το μάτι για υποψήφιοι μετανάστες κι άρχισε ένα σωρό ερωτήσεις, προέλευση, σπουδές, επάγγελμα κ.λπ. Φυσικά και δεν μας έκοβε να... παραποιήσουμε κάπως την πραγματικότητα, πού να ξέρουμε τότε τι θέλανε. Αφού μας άκουσαν ανέκφραστοι, ζήτησαν να ελέγξουν τα χέρια μας, απορημένοι τα απλώσαμε, τα κοίταξαν καλά κι από τις δυο μεριές κι αποφάνθηκαν πως δεν φαίνονται «δουλεμένα» άραγε δεν είμαστε εργάτες άραγε  δεν μπορούν να μας δώσουν βίζα, λέγοντάς μας ούτε λίγο ούτε πολύ πως είμαστε... παραμορφωμένοι και δεν τους κάνουμε! Για μένα φάνηκαν πιο επιεικείς! Γυναίκα είσαι -λένε με ύφος υπεροπτικό- και μάνα, θα καθίσεις σπίτι σου να μεγαλώσεις τα παιδιά σου, αλλά ο άνδρας πρέπει να δουλέψει. Οι προσπάθειές μας να τους πείσουμε πως είμαστε κι οι δυο διατεθειμένοι να δουλέψουμε σκληρά σε όποια εργασία πάμε  έπεσαν στο κενό, άδικος κόπος! Απογοητευμένοι και γεμάτοι απελπισία γυρίσαμε να φύγουμε. Για καλή μας τύχη, ο φύλακας στην πόρτα πήρε χαμπάρι τι έγινε, γιατί άκουγε και φεύγοντας λέει με τρόπο στο σύζυγο για να μη γίνει αντιληπτός, πήγαινε παλικάρι μου και σκάψε, μουτζούρωσε, γρατζούνισε, τα χέρια σου, μαύρισε τα νύχια από χώμα και λάσπη να φαίνονται δουλεμένα κι έλα πάλι σ' ένα μήνα, θα έχει αλλάξει η επιτροπή. Ας τον έχει καλά ο Θεός, όπου κι αν βρίσκεται... Ακολουθώντας κατά γράμμα τις ορμήνιες του, πετύχαμε τον επόμενο μήνα την πολυπόθητη βίζα!




Προσδοκίες 

Προσδοκίες που είχαμε εμείς οι πρώτοι μετανάστες κι αυτές που, ίσως, έχουν οι σημερινοί που επιλέγουν να έλθουν εδώ.
Κυριότερο κίνητρο και λόγος μετανάστευσης  τότε και τώρα, οι δύσκολες συνθήκες, κυρίως ανεργία και φτώχεια στην αγαπημένη μας πατρίδα. Κανένας δεν εγκαταλείπει τη γη που γεννήθηκε έτσι απλά και χωρίς σοβαρό λόγο. Σε κανέναν δεν αρέσει να ξεριζωθεί, να αφήσει το γνώριμο, το οικείο, το σίγουρο περιβάλλον, για το ξένο κι άγνωστο.
Εμείς, φεύγαμε φοβισμένοι χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουμε, οι περισσότεροι από εμάς ούτε που γνωρίζαμε κατά πού πέφτει η Αυστραλία. Λίγοι τυχεροί είχαν, ίσως, δει  ότι τέρμα κάτω-κάτω στον παγκόσμιο χάρτη -πιο κάτω δεν είχε- υπήρχε ένα πολύ μεγάλο νησί!!! Δεν είχαμε την πολυτέλεια ούτε να σκεφτούμε τι περιμέναμε από τη χώρα που πηγαίναμε. Η πλειοψηφία έλεγε, πάμε για 3-5 χρόνια το πολύ, να μαζέψουμε χρήματα και να γυρίσουμε στον τόπο μας! Ο ένας για να φτιάξει το σπίτι του, ο άλλος να αγοράσει ταξί, άλλος για να αγοράσει το χτήμα που θα πουλήσει ο διπλανός του, άλλος για να παντρέψει την αδελφή του και ούτω καθ΄ εξής. Εδώ, ας μου επιτραπεί μια μικρή παρένθεση, θα σταθώ στο: να μαζέψουμε χρήματα!!! Οι περισσότεροι το λέγαμε με τόση πεποίθηση και  αφέλεια, λες και λέγαμε, πάμε  στον Κάμπο, να μαζέψουμε ραδίκια ή ελιές...
Είχαμε πλήρη άγνοια της πραγματικότητας. Ούτε σταθήκαμε να σκεφτούμε, πού και πώς θα τα μαζέψουμε αυτά τα χρήματα, πού θα τα βρούμε κι αν ήταν τόσα πολλά, σπαρμένα στους δρόμους, πώς και δεν τα μάζεψαν άλλοι και καλούσαν εμάς να πάμε να τα μαζέψουμε, τόσο δύσκολη είναι η συγκομιδή τους; Θυμάμαι ένα ζευγάρι, με το οποίο συνταξιδεύαμε. Άκουσαν πως στην Αυστραλία τα κουνέλια που κυκλοφορούν ελεύθερα στις φάρμες και δε χρειάζεται να τ’ αγοράσεις, οι ντόπιοι δεν καταδέχονται να τα φάνε, επίσης, πως τα εντόσθια τόσο από αρνιά όσο και μοσχάρια, είναι πάμφθηνα γιατί κι αυτά δεν τους αρέσουν. Στους υπολογισμούς λοιπόν που κάνανε για το... μάζεμα των λεφτών, υπολόγιζαν πως θα ζούνε σχεδόν τζάμπα, τρώγοντας συνεχώς κουνέλια και εντόσθια!!! Δεν έτυχε να τους συναντήσω ποτέ να ρωτήσω για πόσα χρόνια τρέφονταν με κουνέλια και εντόσθια και πόσα χρήματα μάζεψαν!
Μόνη μας μέριμνα, δουλειά και στέγη, αμφότερα πολύ προσιτά και εύκολα τότε, αφού για δουλειά, για πολλή δουλειά μάς κάλεσαν εδώ! Όσο για στέγη, πανεύκολο. Αυτοί που είχαν προηγηθεί, κατάφεραν με σκληρή δουλειά και φοβερές οικονομίες να αγοράσουν ένα σπίτι, δηλαδή, να μαζέψουν λίγα χρήματα για προκαταβολή και να πάρουν μεγάλο δάνειο από Τράπεζα το οποίο πλήρωναν σε μηνιαίες δόσεις με υψηλό για την εκάστοτε εποχή τόκο, με τρία - τέσσερα υπνοδωμάτια ή και περισσότερα, από τα οποία  κρατούσε ένα ο νοικοκύρης, πάντα παντρεμένος, και νοίκιαζαν τα υπόλοιπα, σε  ζευγάρι με ή χωρίς παιδιά, από ένα σε κάθε οικογένεια και το σαλόνι ή αν είχε αποθήκη το σπίτι, σε... μπεκιάρηδες, δηλαδή ανύπαντρους νέους ή κοπέλες ελεύθερες δύο και τρεις μαζί συνήθως σε πολύ μικρό χώρο, έτσι, με τα ενοίκια που εισέπρατταν πλήρωναν τις δόσεις του σπιτιού. Μαζεύονταν σεβαστό ποσό κάθε εβδομάδα, ιδιαίτερα αν υπήρχαν ανύπαντροι γιατί αυτοί ήταν οικότροφοι, τους έπλενε και τα ρούχα η νοικοκυρά και το μισό τους σχεδόν ημερομίσθιο πήγαινε στο ενοίκιο.
Δεν ήταν όλα αρνητικά σε αυτή τη συγκατοικία, υπήρχαν και τα θετικά, η νοικοκυρά του σπιτιού, σπάνια χρειαζόταν να δουλέψει εκτός σπιτιού αφού από τη μια φρόντιζε τους ελεύθερους κι από την άλλη φύλαγε τα μικρά που είχαν οι «νοικιαραίοι» ή παιδάκια γειτόνων και γνωστών  που δούλευαν και οι δύο γονείς. Σε πολλές περιπτώσεις αυτές οι γυναίκες έβγαζαν πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που έβγαζαν οι άντρες τους δουλεύοντας και υπερωρίες, όχι μόνο οχτάωρο! Όσο για τους ένοικους, πλεονέκτημα το μικρό, σε σύγκριση με τι θα πλήρωναν αν νοίκιαζαν σπίτι, ενοίκιο, μα πάνω απ΄ όλα, (αυτό ίσχυε για όλους), η «στήριξη» των πολλών γύρω σου που μιλούσαν την ίδια γλώσσα με σένα, είχαν την ίδια θρησκεία, η συντροφικότητα, η συμπαράσταση σε καλές και κακές στιγμές και η αλληλοβοήθεια σε όλα. Οι πιο στενές αλλά και άσπονδες(!) φιλίες δημιουργήθηκαν μέσω αυτής της συγκατοίκησης, αλλά και πολλοί γάμοι είτε από συνοικέσιο / γνωριμία, είτε από αισθηματάκι!
Τα αρνητικά, βέβαια, πάρα πολλά, δεδομένου ότι οι κοινόχρηστοι χώροι, κουζίνα, μπάνιο, τουαλέτα, απλώστρα ρούχων, μοιράζονταν από όλους με τη... σειρά, ακόμα και για να μαγειρέψεις ή να φας στο μοναδικό τραπέζι ή να πας στην τουαλέτα, τίποτα δεν μπορούσες να κάνεις όταν ήθελες ή... είχες ανάγκη!
Όλα αυτά τα ανάφερα για ενημέρωση σας, γιατί αμφιβάλλω αν τα γνωρίζετε. Έτσι ξεκινήσαμε τη ζωή μας εδώ σχεδόν όλοι οι νεοφερμένοι κι έτσι ζήσαμε μέχρι να μαζέψουμε «προζύμι» και ν’ αγοράσουμε κι εμείς με τη σειρά μας το δικό μας σπίτι.  Φυσικά και δεν αναφέρθηκα σε όλα τα άλλα, όπως τις πολύ δύσκολες συνθήκες εργασίας, τις φυλετικές διακρίσεις εις βάρος μας, τον εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο ζωής την παντελή έλλειψη ψυχαγωγίας, τότε, την έλλειψη επικοινωνίας με τους δικούς μας στην πατρίδα, αφού το γράμμα έκανε ένα μήνα και πάρα πάνω για να φτάσει και τόσα άλλα που θα χρειαστεί να γράψω όχι ένα αλλά πολλά βιβλία για να τα καλύψω!

 Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά από την Μελβούρνη 
http://www.nyxthimeron.com




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου